[Ὅταν γύρισα στοὺς βράχους τῆς Ἰθάκης] - Κωστὴς Μοσκώφ
στὸν Βάσια Τσοκόπουλο
Ὅταν γύρισα στοὺς βράχους τῆς Ἰθάκης
εἶχες ξεχάσει πιὰ ν’ ἀγαπᾶς
κι ἐγὼ νὰ τρώω, γιὰ σένα,
δέκα χρόνους παξιμάδι
τὸ ἁλμυρὸ κρέας τῶν βοδιῶν τοῦ Ὑπερίωνα.
Φύγαν τώρα, φύγαν καὶ οἱ σύντροφοι
φύγαν κι οἱ δοῦλοι, δὲν εἴχαμε πιὰ νὰ τοὺς θρέψουμε·
πρῶτος μπάρκαρε σ’ ἕνα γκαζάδικο ὃ Ἐλπήνορας,
μετά, μέσα σὲ λίγες μέρες, καὶ οἱ ἄλλοι.
Μείναμε μόνοι
ἐσύ, ἐγὼ καὶ ὁ Τηλέμαχος,
μισὸς πικραμύγδαλο, μισὸς ἀγόρι...
1987, Ποιήματα
Ὁ Μαθιὸς Πασχάλης ἀνάμεσα στὰ τριαντάφυλλα - Γιῶργος Σεφέρης
Ὁ Μαθιὸς Πασχάλης ἀνάμεσα στὰ τριαντάφυλλα - Γιῶργος Σεφέρης
Καπνίζω χωρὶς νὰ σταματήσω ἀπ᾿ τὸ πρωὶ
ἂν σταματήσω τὰ τριαντάφυλλα θὰ μ᾿ ἀγκαλιάσουν
μ᾿ ἀγκάθια καὶ μὲ ξεφυλλισμένα πέταλα θὰ μὲ πνίξουν
φυτρώνουν στραβὰ ὅλα μὲ τὸ ἴδιο τριανταφυλλὶ
κοιτάζουν περιμένουν νὰ ἰδοῦν κάποιον δὲν περνᾶ κανεὶς
πίσω ἀπ᾿ τὸν καπνὸ τῆς πίπας μου τὰ παρακολουθῶ
πάνω σ᾿ ἕνα κοτσάνι βαριεστισμένο χωρὶς εὐωδιά,
στὴν ἄλλη ζωὴ μία γυναίκα μοῦ ἔλεγε μπορεῖς ν᾿ ἀγγίξεις
αὐτὸ τὸ χέρι
κι εἶναι δικό σου αὐτὸ τὸ τριαντάφυλλο εἶναι δικό σου
μπορεῖς νὰ τὸ πάρεις
τώρα ἢ ἀργότερα, ὅταν θελήσεις.
Κατεβαίνω καπνίζοντας ὁλοένα, τὰ σκαλοπάτια
τὰ τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ἐρεθισμένα
κι ἔχουνε κάτι στὸ φέρσιμό τους ἀπ᾿ τὴ φωνὴ
στὴ ρίζα τῆς κραυγῆς ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει
νὰ φωνάζει ὁ ἄνθρωπος: «μάννα» ἢ «βοήθεια»
ἢ τὶς μικρὲς ἄσπρες φωνὲς τοῦ ἔρωτα.
Εἶναι ἕνας μικρὸς κῆπος ὅλο τριανταφυλλιὲς
λίγα τεραγωνικὰ μέτρα ποὺ χαμηλώνουν μαζί μου
καθὼς κατεβαίνω τὰ σκαλοπάτια, χωρὶς οὐρανὸ
κι ἡ θεία της ἔλεγε: «Ἀντιγόνη ξέχασες σήμερα τὴ γυμναστική σου
στὴν ἡλικία σου δὲ φοροῦσα κορσὲ στὴν ἐποχή μου».
Ἡ θεία της ἦταν ἕνα θλιβερὸ κορμὶ μ᾿ ἀνάγλυφες φλέβες
εἶχε πολλὲς ρυτίδες γύρω στ᾿ αὐτιὰ μία ἑτοιμοθάνατη μύτη
ἀλλὰ τὰ λόγια της ἦταν γεμάτα φρόνηση πάντα.
Τὴν εἶδα μία μέρα νὰ ῾γγίζει τὸ στῆθος τῆς Ἀντιγόνης
σὰν τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ κλέβει ἕνα μῆλο.
Τάχα θὰ τὴ συναπαντήσω τὴ γριὰ γυναίκα ἔτσι ποὺ κατεβαίνω;
Μοῦ εἶπε σὰν ἔφυγα: «Ποιὸς ξέρει πότε θὰ ξαναβρεθοῦμε»
κι ἔπειτα διάβασα τὸ θάνατό της σὲ παλιὲς ἐφημερίδες
τὸ γάμο τῆς Ἀντιγόνης καὶ τὸ γάμο τῆς κόρης τῆς Ἀντιγόνης
χωρὶς νὰ τελειώσουν τὰ σκαλοπάτια μήτε ὁ καπνός μου
ποὺ μοῦ δίνει μία γέψη στοιχειωμένου καραβιοῦ
μὲ μιὰ γοργόνα σταυρωμένη τότες ποὺ εἴταν ὄμορφη, πάνω στὸ τιμόνι.
1940, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Α΄.
Καπνίζω χωρὶς νὰ σταματήσω ἀπ᾿ τὸ πρωὶ
ἂν σταματήσω τὰ τριαντάφυλλα θὰ μ᾿ ἀγκαλιάσουν
μ᾿ ἀγκάθια καὶ μὲ ξεφυλλισμένα πέταλα θὰ μὲ πνίξουν
φυτρώνουν στραβὰ ὅλα μὲ τὸ ἴδιο τριανταφυλλὶ
κοιτάζουν περιμένουν νὰ ἰδοῦν κάποιον δὲν περνᾶ κανεὶς
πίσω ἀπ᾿ τὸν καπνὸ τῆς πίπας μου τὰ παρακολουθῶ
πάνω σ᾿ ἕνα κοτσάνι βαριεστισμένο χωρὶς εὐωδιά,
στὴν ἄλλη ζωὴ μία γυναίκα μοῦ ἔλεγε μπορεῖς ν᾿ ἀγγίξεις
αὐτὸ τὸ χέρι
κι εἶναι δικό σου αὐτὸ τὸ τριαντάφυλλο εἶναι δικό σου
μπορεῖς νὰ τὸ πάρεις
τώρα ἢ ἀργότερα, ὅταν θελήσεις.
Κατεβαίνω καπνίζοντας ὁλοένα, τὰ σκαλοπάτια
τὰ τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ἐρεθισμένα
κι ἔχουνε κάτι στὸ φέρσιμό τους ἀπ᾿ τὴ φωνὴ
στὴ ρίζα τῆς κραυγῆς ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει
νὰ φωνάζει ὁ ἄνθρωπος: «μάννα» ἢ «βοήθεια»
ἢ τὶς μικρὲς ἄσπρες φωνὲς τοῦ ἔρωτα.
Εἶναι ἕνας μικρὸς κῆπος ὅλο τριανταφυλλιὲς
λίγα τεραγωνικὰ μέτρα ποὺ χαμηλώνουν μαζί μου
καθὼς κατεβαίνω τὰ σκαλοπάτια, χωρὶς οὐρανὸ
κι ἡ θεία της ἔλεγε: «Ἀντιγόνη ξέχασες σήμερα τὴ γυμναστική σου
στὴν ἡλικία σου δὲ φοροῦσα κορσὲ στὴν ἐποχή μου».
Ἡ θεία της ἦταν ἕνα θλιβερὸ κορμὶ μ᾿ ἀνάγλυφες φλέβες
εἶχε πολλὲς ρυτίδες γύρω στ᾿ αὐτιὰ μία ἑτοιμοθάνατη μύτη
ἀλλὰ τὰ λόγια της ἦταν γεμάτα φρόνηση πάντα.
Τὴν εἶδα μία μέρα νὰ ῾γγίζει τὸ στῆθος τῆς Ἀντιγόνης
σὰν τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ κλέβει ἕνα μῆλο.
Τάχα θὰ τὴ συναπαντήσω τὴ γριὰ γυναίκα ἔτσι ποὺ κατεβαίνω;
Μοῦ εἶπε σὰν ἔφυγα: «Ποιὸς ξέρει πότε θὰ ξαναβρεθοῦμε»
κι ἔπειτα διάβασα τὸ θάνατό της σὲ παλιὲς ἐφημερίδες
τὸ γάμο τῆς Ἀντιγόνης καὶ τὸ γάμο τῆς κόρης τῆς Ἀντιγόνης
χωρὶς νὰ τελειώσουν τὰ σκαλοπάτια μήτε ὁ καπνός μου
ποὺ μοῦ δίνει μία γέψη στοιχειωμένου καραβιοῦ
μὲ μιὰ γοργόνα σταυρωμένη τότες ποὺ εἴταν ὄμορφη, πάνω στὸ τιμόνι.
1940, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Α΄.
Ἡ τελευταία μέρα - Γιῶργος Σεφέρης
Ἡ τελευταία μέρα - Γιῶργος Σεφέρης
Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» εἶπε κάποιος.
Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.
Οἱ στρατιῶτες παρουσίαζαν ὅπλα σὰν ἄρχισε νὰ ψιχαλίζει.
«Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» ἡ μόνη ἀπόφαση ποὺ ἀκούστηκε.
Κι ὅμως τὸ ξέραμε πὼς τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε
τίποτε πιά, μήτε ἡ γυναίκα πίνοντας πλάι μας τὸν ὕπνο
μήτε ἡ ἀνάμνηση πὼς ἤμασταν κάποτες ἄντρες,
τίποτε πιὰ τὴν ἄλλη αὐγή.
«Αὐτὸς ὁ ἀγέρας φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἄνοιξη» ἔλεγε ἡ φίλη
περπατώντας στὸ πλευρό μου κοιτάζοντας μακριὰ «τὴν ἄνοιξη
ποὺ ἔπεσε ξαφνικὰ τὸ χειμώνα κοντὰ στὴν κλειστὴ θάλασσα.
Τόσο ἀπροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πῶς θὰ πεθάνουμε;»
Ἕνα νεκρώσιμο ἐμβατήριο τριγύριζε μὲς στὴν ψιλὴ βροχή.
Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ συλλογίστηκε.
Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ χρονικὰ
τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν - Σαλαμίνι - ναυμαχίας.
Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας;
Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θάνατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον
καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.
Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε - ὅλα παραδομένα - μήτε τὰ χέρια μας-
κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ τὰ παιδιά μας
στὰ λατομεῖα.
Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
«Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες...»
Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν ὀρφανούς.
Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
«Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».
Ἀθήνα, Φεβ. ῾39
1940, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Α΄.
Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» εἶπε κάποιος.
Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.
Οἱ στρατιῶτες παρουσίαζαν ὅπλα σὰν ἄρχισε νὰ ψιχαλίζει.
«Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» ἡ μόνη ἀπόφαση ποὺ ἀκούστηκε.
Κι ὅμως τὸ ξέραμε πὼς τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε
τίποτε πιά, μήτε ἡ γυναίκα πίνοντας πλάι μας τὸν ὕπνο
μήτε ἡ ἀνάμνηση πὼς ἤμασταν κάποτες ἄντρες,
τίποτε πιὰ τὴν ἄλλη αὐγή.
«Αὐτὸς ὁ ἀγέρας φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἄνοιξη» ἔλεγε ἡ φίλη
περπατώντας στὸ πλευρό μου κοιτάζοντας μακριὰ «τὴν ἄνοιξη
ποὺ ἔπεσε ξαφνικὰ τὸ χειμώνα κοντὰ στὴν κλειστὴ θάλασσα.
Τόσο ἀπροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πῶς θὰ πεθάνουμε;»
Ἕνα νεκρώσιμο ἐμβατήριο τριγύριζε μὲς στὴν ψιλὴ βροχή.
Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ συλλογίστηκε.
Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ χρονικὰ
τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν - Σαλαμίνι - ναυμαχίας.
Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας;
Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θάνατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον
καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.
Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε - ὅλα παραδομένα - μήτε τὰ χέρια μας-
κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ τὰ παιδιά μας
στὰ λατομεῖα.
Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
«Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες...»
Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν ὀρφανούς.
Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
«Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».
Ἀθήνα, Φεβ. ῾39
1940, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Α΄.
Ὁ Στρατὴς ὁ θαλλασινὸς ἀνάμεσα στοὺς ἀγάπανθους - Γιῶργος Σεφέρης
Ὁ Στρατὴς ὁ θαλλασινὸς ἀνάμεσα στοὺς ἀγάπανθους - Γιῶργος Σεφέρης
Δὲν ἔχει ἀσφοδίλια, μενεξέδες, μήτε ὑάκινθους-
πῶς νὰ μιλήσεις μὲ τοὺς πεθαμένους.
Οἱ πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τὴ γλώσσα τῶν λουλουδιῶν-
γι᾿ αὐτὸ σωπαίνουν
ταξιδεύουν καὶ σωπαίνουν, ὑπομένουν καὶ σωπαίνουν
παρὰ δήμων ὀνείρων, παρὰ δήμων ὀνείρων.
Ἂν ἀρχίσω νὰ τραγουδῶ θὰ φωνάξω
κι ἂ φωνάξω-
Οἱ ἀγάπανθοι προστάζουν σιωπὴ
σηκώνοντας ἕνα χεράκι μαβιοῦ μωροῦ τῆς Ἀραβίας
ἢ ἀκόμη τὰ πατήματα μιᾶς χήνας στὸν ἀέρα.
Εἶναι βαρὺ καὶ δύσκολο, δέ μου φτάνουν οἱ ζωντανοὶ-
πρῶτα γιατὶ δὲ μιλοῦν, κι ὕστερα
γιατὶ πρέπει νὰ ρωτήσω τοὺς νεκροὺς
γιὰ νὰ μπορέσω νὰ προχωρήσω παρακάτω.
Ἀλλιῶς δὲ γίνεται, μόλις μὲ πάρει ὁ ὕπνος
οἱ σύντροφοι κόβουνε τοὺς ἀσημένιους σπάγκους
καὶ τὸ φλασκὶ τῶν ἀνέμων ἀδειάζει.
Τὸ γεμίζω κι ἀδειάζει, τὸ γεμίζω κι ἀδειάζει-
ξυπνῶ
σὰν τὸ χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στὰ χάσματα τῆς ἀστραπῆς,
κι ὁ ἀγέρας κι ὁ κατακλυσμὸς καὶ τ᾿ ἀνθρώπινα σώματα,
κι οἱ ἀγάπανθοι καρφωμένοι σὰν τὶς σαΐτες τῆς μοίρας
στὴν ἀξεδίψαστη γῆς
συγκλονισμένοι ἀπὸ σπασμωδικὰ νοήματα,
Θἄ῾λεγες εἶναι φορτωμένοι σ᾿ ἕνα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σὲ χαλασμένους δρόμους, σὲ παλιὰ καλντερίμια,
οἱ ἀγάπανθοι τ᾿ ἀσφοδίλια τῶν νέγρων:
Πῶς νὰ τὴ μάθω ἐτούτη τὴ Θρησκεία;
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη
ἔπειτα ἔρχεται τὸ αἷμα
κι ἡ δίψα γιὰ τὸ αἷμα
ποὺ τὴν κεντρίζει
τὸ σπέρμα τοῦ κορμιοῦ καθὼς τ᾿ ἁλάτι.
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ὁ θεὸς εἶναι τὸ μακρινὸ ταξίδι-
ἐκεῖνο τὸ σπίτι περιμένει
μ᾿ ἕνα γαλάζιο καπνὸ
μ᾿ ἕνα σκυλὶ γερασμένο
περιμένοντας γιὰ νὰ ξεψυχήσει τὸ γυρισμό.
Μὰ πρέπει νὰ μ᾿ ἀρμηνέψουν οἱ πεθαμένοι-
εἶναι οἱ ἀγάπανθοι ποὺ τοὺς κρατοῦν ἀμίλητους,
ὅπως τὰ βάθη τῆς Θάλασσας ἢ τὸ νερὸ μὲς στὸ ποτήρι.
Κι οἱ σύντροφοι μένουν στὰ παλάτια τῆς Κίρκης-
ἀκριβέ μου Ἐλπήνωρ! Ἠλίθιε, φτωχέ μου Ἐλπήνωρ!
Ἤ, δὲν τοὺς βλέπεις;
-«Βοηθῆστε μας!»-
Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη.
Τράνσβααλ, 14 Γενάρη ῾42
1944, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β΄
Δὲν ἔχει ἀσφοδίλια, μενεξέδες, μήτε ὑάκινθους-
πῶς νὰ μιλήσεις μὲ τοὺς πεθαμένους.
Οἱ πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τὴ γλώσσα τῶν λουλουδιῶν-
γι᾿ αὐτὸ σωπαίνουν
ταξιδεύουν καὶ σωπαίνουν, ὑπομένουν καὶ σωπαίνουν
παρὰ δήμων ὀνείρων, παρὰ δήμων ὀνείρων.
Ἂν ἀρχίσω νὰ τραγουδῶ θὰ φωνάξω
κι ἂ φωνάξω-
Οἱ ἀγάπανθοι προστάζουν σιωπὴ
σηκώνοντας ἕνα χεράκι μαβιοῦ μωροῦ τῆς Ἀραβίας
ἢ ἀκόμη τὰ πατήματα μιᾶς χήνας στὸν ἀέρα.
Εἶναι βαρὺ καὶ δύσκολο, δέ μου φτάνουν οἱ ζωντανοὶ-
πρῶτα γιατὶ δὲ μιλοῦν, κι ὕστερα
γιατὶ πρέπει νὰ ρωτήσω τοὺς νεκροὺς
γιὰ νὰ μπορέσω νὰ προχωρήσω παρακάτω.
Ἀλλιῶς δὲ γίνεται, μόλις μὲ πάρει ὁ ὕπνος
οἱ σύντροφοι κόβουνε τοὺς ἀσημένιους σπάγκους
καὶ τὸ φλασκὶ τῶν ἀνέμων ἀδειάζει.
Τὸ γεμίζω κι ἀδειάζει, τὸ γεμίζω κι ἀδειάζει-
ξυπνῶ
σὰν τὸ χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στὰ χάσματα τῆς ἀστραπῆς,
κι ὁ ἀγέρας κι ὁ κατακλυσμὸς καὶ τ᾿ ἀνθρώπινα σώματα,
κι οἱ ἀγάπανθοι καρφωμένοι σὰν τὶς σαΐτες τῆς μοίρας
στὴν ἀξεδίψαστη γῆς
συγκλονισμένοι ἀπὸ σπασμωδικὰ νοήματα,
Θἄ῾λεγες εἶναι φορτωμένοι σ᾿ ἕνα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σὲ χαλασμένους δρόμους, σὲ παλιὰ καλντερίμια,
οἱ ἀγάπανθοι τ᾿ ἀσφοδίλια τῶν νέγρων:
Πῶς νὰ τὴ μάθω ἐτούτη τὴ Θρησκεία;
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη
ἔπειτα ἔρχεται τὸ αἷμα
κι ἡ δίψα γιὰ τὸ αἷμα
ποὺ τὴν κεντρίζει
τὸ σπέρμα τοῦ κορμιοῦ καθὼς τ᾿ ἁλάτι.
Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε ὁ θεὸς εἶναι τὸ μακρινὸ ταξίδι-
ἐκεῖνο τὸ σπίτι περιμένει
μ᾿ ἕνα γαλάζιο καπνὸ
μ᾿ ἕνα σκυλὶ γερασμένο
περιμένοντας γιὰ νὰ ξεψυχήσει τὸ γυρισμό.
Μὰ πρέπει νὰ μ᾿ ἀρμηνέψουν οἱ πεθαμένοι-
εἶναι οἱ ἀγάπανθοι ποὺ τοὺς κρατοῦν ἀμίλητους,
ὅπως τὰ βάθη τῆς Θάλασσας ἢ τὸ νερὸ μὲς στὸ ποτήρι.
Κι οἱ σύντροφοι μένουν στὰ παλάτια τῆς Κίρκης-
ἀκριβέ μου Ἐλπήνωρ! Ἠλίθιε, φτωχέ μου Ἐλπήνωρ!
Ἤ, δὲν τοὺς βλέπεις;
-«Βοηθῆστε μας!»-
Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη.
Τράνσβααλ, 14 Γενάρη ῾42
1944, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β΄
Τελευταῖος Σταθμός - Γιῶργος Σεφέρης
Τελευταῖος Σταθμός - Γιῶργος Σεφέρης
Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Τ᾿ ἀλφαβητάρι τῶν ἄστρων ποὺ συλλαβίζεις
ὅπως τὸ φέρει ὁ κόπος τῆς τελειωμένης μέρας
καὶ βγάζεις ἄλλα νοήματα κι ἄλλες ἐλπίδες,
πιὸ καθαρὰ μπορεῖς νὰ τὸ διαβάσεις.
Τώρα ποὺ κάθομαι ἄνεργος καὶ λογαριάζω
λίγα φεγγάρια ἀπόμειναν στὴ μνήμη-
νησιά, χρῶμα Θλιμμένης Παναγίας, ἀργὰ στὴ χάση
ἢ φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ ρίχνοντας κάποτε
σὲ ταραγμένους δρόμους ποταμοὺς καὶ μέλη ἀνθρώπων
βαριὰ μία νάρκη.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς ἐπιστροφῆς μας νὰ χαράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι-
σὲ τοῦτο τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ Σαλέρνο
πίσω ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ γυρισμοῦ, στὴν ἄκρη
μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας, τὸ φεγγάρι
ξεπέρασε τὰ σύννεφα, καὶ γίναν
τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς σελήνης.
Εἶναι κι αὐτὸς ἕνας εἱρμὸς τῆς σκέψης, ἕνας τρόπος
ν᾿ ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς γιὰ πράγματα ποὺ ὁμολογεῖς
δύσκολα, σὲ ὧρες ὅπου δὲ βαστᾶς, σὲ φίλο
ποὺ ξέφυγε κρυφὰ καὶ φέρνει
μαντάτα ἀπὸ τὸ σπίτι κι ἀπὸ τοὺς συντρόφους,
καὶ βιάζεσαι ν᾿ ἀνοίξεις τὴ καρδιά σου
μὴ σὲ προλάβει ἡ ξενιτιὰ καὶ τὸν ἀλλάξει.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν Ἀραπιά, τὴν Αἴγυπτο τὴν Παλαιστίνη τὴ Συρία
τὸ κρατίδιο
τῆς Κομμαγηνῆς πού ῾σβησε σὰν τὸ μικρὸ λυχνάρι
πολλὲς φορὲς γυρίζει στὸ μυαλό μας,
καὶ πολιτεῖες μεγάλες ποὺ ἔζησαν χιλιάδες χρόνια
κι ἔπειτα ἀπόμειναν τόπος βοσκῆς γιὰ τὶς γκαμοῦζες
χωράφια γιὰ ζαχαροκάλαμα καὶ καλαμπόκια.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν ἄμμο τῆς ἔρημος ἀπ᾿ τὶς Θάλασσες τοῦ Πρωτέα,
ψυχὲς μαραγκιασμένες ἀπὸ δημόσιες ἁμαρτίες,
καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.
Τὸ βροχερὸ φθινόπωρο σ᾿ αὐτὴ τὴ γούβα
κακοφορμίζει τὴν πληγὴ τοῦ καθενός μας
ἢ αὐτὸ ποὺ θἄ ῾λεγες ἀλλιῶς, νέμεση μοίρα
ἢ μοναχὰ κακὲς συνήθειες, δόλο καὶ ἀπάτη,
ἢ ἀκόμη ἰδιοτέλεια νὰ καρπωθεῖς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων.
Εὔκολα τρίβεται ὁ ἄνθρωπος μὲς στοὺς πολέμους-
ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο-
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἀπλώνουν-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾿ ἄλλο χωράφι-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
ἄλλοι φωνάζουνε γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸ δαιμονικὸ
ἄλλοι μπερδεύουνται μὲς στ᾿ ἀγαθά τους, ἄλλοι ρητορεύουν.
Ἀλλὰ τὰ ξόρκια τ᾿ ἀγαθὰ τὶς ρητορεῖες,
σὰν εἶναι οἱ ζωντανοὶ μακριά, τί θὰ τὰ κάνεις;
Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄλλο πράγμα;
Μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίνει τὴ ζωή;
Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.
Πάλι τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, θὰ μοῦ πεῖς, φίλε.
Ὅμως τὴ σκέψη τοῦ πρόσφυγα τὴ σκέψη τοῦ αἰχμάλωτου τὴ σκέψη
τοῦ ἀνθρώπου σὰν κατάντησε κι αὐτὸς πραμάτεια
δοκίμασε νὰ τὴν ἀλλάξεις, δὲν μπορεῖς.
Ἴσως καὶ νἄ ῾θελε νὰ μείνει βασιλιὰς ἀνθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις ποὺ κανεὶς δὲν ἀγοράζει,
νὰ σεργιανᾶ μέσα σὲ κάμπους ἀγαπάνθων
ν᾿ ἀκούει τὰ τουμπελέκια κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ μπαμποῦ,
καθὼς χορεύουν οἱ αὐλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ὅμως ὁ τόπος ποὺ τὸν πελεκοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖνε σὰν τὸ πεῦκο, καὶ τὸν βλέπεις
εἴτε στὸ σκοτεινὸ βαγόνι, χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες καὶ νύχτες
εἴτε στὸ πυρωμένο πλοῖο ποὺ θὰ βουλιάξει καθὼς τὸ δείχνουν οἱ στατιστικές,
ἐτοῦτα ρίζωσαν μὲς στὸ μυαλὸ καὶ δὲν ἀλλάζουν
ἐτοῦτα φύτεψαν εἰκόνες ἴδιες με τὰ δέντρα ἐκεῖνα
ποὺ ρίχνουν τὰ κλωνάρια τους μὲς στὰ παρθένα δάση
κι αὐτὰ καρφώνουνται στὸ χῶμα καὶ ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια καὶ ξαναφυτρώνουν δρασκελόντας
λεῦγες καὶ λεῦγες-
ἕνα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων τὸ μυαλό μας.
Κι ἂ σου μιλῶ μὲ παραμύθια καὶ παραβολὲς
εἶναι γιατὶ τ᾿ ἀκοῦς γλυκότερα, κι ἡ φρίκη
δὲν κουβεντιάζεται γιατὶ εἶναι ζωντανὴ
γιατὶ εἶναι ἀμίλητη καὶ προχωράει-
στάζει τὴ μέρα, στάζει στὸν ὕπνο
μνησιπήμων πόνος.
Νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες: ὁ Μιχάλης
ποὺ ἔφυγε μ᾿ ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπ᾿ τὸ νοσοκομεῖο
ἴσως μιλοῦσε γιὰ ἥρωες ὅταν, τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἔσερνε τὸ ποδάρι του μὲς στὴ συσκοτισμένη πολιτεία,
οὔρλιαζε ψηλαφώντας τὸν πόνο μας- «Στὰ σκοτεινὰ
πηγαίνουμε, στὰ σκοτεινὰ προχωροῦμε...»
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.
Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσουν.
Cava dei Tirreni, 5 Ὀκτωβρίου ῾44
1944, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β΄
Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Τ᾿ ἀλφαβητάρι τῶν ἄστρων ποὺ συλλαβίζεις
ὅπως τὸ φέρει ὁ κόπος τῆς τελειωμένης μέρας
καὶ βγάζεις ἄλλα νοήματα κι ἄλλες ἐλπίδες,
πιὸ καθαρὰ μπορεῖς νὰ τὸ διαβάσεις.
Τώρα ποὺ κάθομαι ἄνεργος καὶ λογαριάζω
λίγα φεγγάρια ἀπόμειναν στὴ μνήμη-
νησιά, χρῶμα Θλιμμένης Παναγίας, ἀργὰ στὴ χάση
ἢ φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ ρίχνοντας κάποτε
σὲ ταραγμένους δρόμους ποταμοὺς καὶ μέλη ἀνθρώπων
βαριὰ μία νάρκη.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς ἐπιστροφῆς μας νὰ χαράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι-
σὲ τοῦτο τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ Σαλέρνο
πίσω ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ γυρισμοῦ, στὴν ἄκρη
μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας, τὸ φεγγάρι
ξεπέρασε τὰ σύννεφα, καὶ γίναν
τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς σελήνης.
Εἶναι κι αὐτὸς ἕνας εἱρμὸς τῆς σκέψης, ἕνας τρόπος
ν᾿ ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς γιὰ πράγματα ποὺ ὁμολογεῖς
δύσκολα, σὲ ὧρες ὅπου δὲ βαστᾶς, σὲ φίλο
ποὺ ξέφυγε κρυφὰ καὶ φέρνει
μαντάτα ἀπὸ τὸ σπίτι κι ἀπὸ τοὺς συντρόφους,
καὶ βιάζεσαι ν᾿ ἀνοίξεις τὴ καρδιά σου
μὴ σὲ προλάβει ἡ ξενιτιὰ καὶ τὸν ἀλλάξει.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν Ἀραπιά, τὴν Αἴγυπτο τὴν Παλαιστίνη τὴ Συρία
τὸ κρατίδιο
τῆς Κομμαγηνῆς πού ῾σβησε σὰν τὸ μικρὸ λυχνάρι
πολλὲς φορὲς γυρίζει στὸ μυαλό μας,
καὶ πολιτεῖες μεγάλες ποὺ ἔζησαν χιλιάδες χρόνια
κι ἔπειτα ἀπόμειναν τόπος βοσκῆς γιὰ τὶς γκαμοῦζες
χωράφια γιὰ ζαχαροκάλαμα καὶ καλαμπόκια.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν ἄμμο τῆς ἔρημος ἀπ᾿ τὶς Θάλασσες τοῦ Πρωτέα,
ψυχὲς μαραγκιασμένες ἀπὸ δημόσιες ἁμαρτίες,
καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.
Τὸ βροχερὸ φθινόπωρο σ᾿ αὐτὴ τὴ γούβα
κακοφορμίζει τὴν πληγὴ τοῦ καθενός μας
ἢ αὐτὸ ποὺ θἄ ῾λεγες ἀλλιῶς, νέμεση μοίρα
ἢ μοναχὰ κακὲς συνήθειες, δόλο καὶ ἀπάτη,
ἢ ἀκόμη ἰδιοτέλεια νὰ καρπωθεῖς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων.
Εὔκολα τρίβεται ὁ ἄνθρωπος μὲς στοὺς πολέμους-
ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο-
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἀπλώνουν-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾿ ἄλλο χωράφι-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
ἄλλοι φωνάζουνε γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸ δαιμονικὸ
ἄλλοι μπερδεύουνται μὲς στ᾿ ἀγαθά τους, ἄλλοι ρητορεύουν.
Ἀλλὰ τὰ ξόρκια τ᾿ ἀγαθὰ τὶς ρητορεῖες,
σὰν εἶναι οἱ ζωντανοὶ μακριά, τί θὰ τὰ κάνεις;
Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄλλο πράγμα;
Μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίνει τὴ ζωή;
Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.
Πάλι τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, θὰ μοῦ πεῖς, φίλε.
Ὅμως τὴ σκέψη τοῦ πρόσφυγα τὴ σκέψη τοῦ αἰχμάλωτου τὴ σκέψη
τοῦ ἀνθρώπου σὰν κατάντησε κι αὐτὸς πραμάτεια
δοκίμασε νὰ τὴν ἀλλάξεις, δὲν μπορεῖς.
Ἴσως καὶ νἄ ῾θελε νὰ μείνει βασιλιὰς ἀνθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις ποὺ κανεὶς δὲν ἀγοράζει,
νὰ σεργιανᾶ μέσα σὲ κάμπους ἀγαπάνθων
ν᾿ ἀκούει τὰ τουμπελέκια κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ μπαμποῦ,
καθὼς χορεύουν οἱ αὐλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ὅμως ὁ τόπος ποὺ τὸν πελεκοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖνε σὰν τὸ πεῦκο, καὶ τὸν βλέπεις
εἴτε στὸ σκοτεινὸ βαγόνι, χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες καὶ νύχτες
εἴτε στὸ πυρωμένο πλοῖο ποὺ θὰ βουλιάξει καθὼς τὸ δείχνουν οἱ στατιστικές,
ἐτοῦτα ρίζωσαν μὲς στὸ μυαλὸ καὶ δὲν ἀλλάζουν
ἐτοῦτα φύτεψαν εἰκόνες ἴδιες με τὰ δέντρα ἐκεῖνα
ποὺ ρίχνουν τὰ κλωνάρια τους μὲς στὰ παρθένα δάση
κι αὐτὰ καρφώνουνται στὸ χῶμα καὶ ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια καὶ ξαναφυτρώνουν δρασκελόντας
λεῦγες καὶ λεῦγες-
ἕνα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων τὸ μυαλό μας.
Κι ἂ σου μιλῶ μὲ παραμύθια καὶ παραβολὲς
εἶναι γιατὶ τ᾿ ἀκοῦς γλυκότερα, κι ἡ φρίκη
δὲν κουβεντιάζεται γιατὶ εἶναι ζωντανὴ
γιατὶ εἶναι ἀμίλητη καὶ προχωράει-
στάζει τὴ μέρα, στάζει στὸν ὕπνο
μνησιπήμων πόνος.
Νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες: ὁ Μιχάλης
ποὺ ἔφυγε μ᾿ ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπ᾿ τὸ νοσοκομεῖο
ἴσως μιλοῦσε γιὰ ἥρωες ὅταν, τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἔσερνε τὸ ποδάρι του μὲς στὴ συσκοτισμένη πολιτεία,
οὔρλιαζε ψηλαφώντας τὸν πόνο μας- «Στὰ σκοτεινὰ
πηγαίνουμε, στὰ σκοτεινὰ προχωροῦμε...»
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.
Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσουν.
Cava dei Tirreni, 5 Ὀκτωβρίου ῾44
1944, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β΄
Ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης - Γιῶργος Σεφέρης
Ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης - Γιῶργος Σεφέρης
Ἀσίνην τε...
ΙΛΙΑΔΑ Β 560
Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο
ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγωνιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.
Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
«Ἀσίνην τε... Ἀσίνην τε...»
καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.
Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο
κι ὁ τόπος σὰν τὸ μεγάλο πλατανόφυλλο ποὺ παρασέρνει ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.
Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀναρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό.
Ἀσπιδοφόρος ὁ ἥλιος ἀνέβαινε πολεμώντας
κι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στὸ φῶς σὰν τὴ σαΐτα πάνω στὸ σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε...». Νἄ ῾ταν αὐτὴ ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης
ποὺ τὸν γυρεύουμε τόσο προσεχτικὰ σὲ τούτη τὴν ἀκρόπόλη
ἀγγίζοντας κάποτε μὲ τὰ δάχτυλά μας τὴν ὑφή του πάνω στὶς πέτρες.
Ἀσίνη, καλοκαίρι 1938 - Ἀθήνα, Γενάρης 1940
1940, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Α΄.
Ἀσίνην τε...
ΙΛΙΑΔΑ Β 560
Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο
ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγωνιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.
Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
«Ἀσίνην τε... Ἀσίνην τε...»
καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.
Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο
κι ὁ τόπος σὰν τὸ μεγάλο πλατανόφυλλο ποὺ παρασέρνει ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.
Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀναρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό.
Ἀσπιδοφόρος ὁ ἥλιος ἀνέβαινε πολεμώντας
κι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στὸ φῶς σὰν τὴ σαΐτα πάνω στὸ σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε...». Νἄ ῾ταν αὐτὴ ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης
ποὺ τὸν γυρεύουμε τόσο προσεχτικὰ σὲ τούτη τὴν ἀκρόπόλη
ἀγγίζοντας κάποτε μὲ τὰ δάχτυλά μας τὴν ὑφή του πάνω στὶς πέτρες.
Ἀσίνη, καλοκαίρι 1938 - Ἀθήνα, Γενάρης 1940
1940, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Α΄.
Ἔτσι πολὺ ἀτένισα - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Ἔτσι πολὺ ἀτένισα - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Τὴν ἐμορφιὰ ἔτσι πολὺ ατένισα,
ποῦ πλήρης εἶναι αὐτῆς ἡ ὅρασίς μου.
Γραμμὲς τοῦ σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ἡδονικά.
Μαλλιὰ σὰν ἀπὸ ἀγάλματα ἑλληνικά παρμένα·
πάντα ἔμορφα, κι ἀχτένιστα σὰν εἶναι,
καὶ πέφτουν, λίγο, ἐπάνω στ’ ἄσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα τῆς ἀγάπης, ὅπως τἄθελεν
ἡ ποίησίς μου……. μὲς στὲς νύχτες τῆς νεότητός μου,
μέσα στὲς νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα……
1917, Ἀναγνωρισμένα
Τὴν ἐμορφιὰ ἔτσι πολὺ ατένισα,
ποῦ πλήρης εἶναι αὐτῆς ἡ ὅρασίς μου.
Γραμμὲς τοῦ σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ἡδονικά.
Μαλλιὰ σὰν ἀπὸ ἀγάλματα ἑλληνικά παρμένα·
πάντα ἔμορφα, κι ἀχτένιστα σὰν εἶναι,
καὶ πέφτουν, λίγο, ἐπάνω στ’ ἄσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα τῆς ἀγάπης, ὅπως τἄθελεν
ἡ ποίησίς μου……. μὲς στὲς νύχτες τῆς νεότητός μου,
μέσα στὲς νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα……
1917, Ἀναγνωρισμένα
Στὸν ἴδιο χῶρο - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Στὸν ἴδιο χῶρο - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Οἰκίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
ποὺ βλέπω κι ὅπου περπατῶ· χρόνια καὶ χρόνια.
Σὲ δημιούργησα μὲς σὲ χαρὰ καὶ μὲς σὲ λύπες:
μὲ τόσα περιστατικά, μὲ τόσα πράγματα.
Κ' αἰσθηματοποιήθηκες ὁλόκληρο, γιὰ μένα.
1929, Ἀναγνωρισμένα
Οἰκίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
ποὺ βλέπω κι ὅπου περπατῶ· χρόνια καὶ χρόνια.
Σὲ δημιούργησα μὲς σὲ χαρὰ καὶ μὲς σὲ λύπες:
μὲ τόσα περιστατικά, μὲ τόσα πράγματα.
Κ' αἰσθηματοποιήθηκες ὁλόκληρο, γιὰ μένα.
1929, Ἀναγνωρισμένα
Ὁ Δαρεῖος - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Ὁ Δαρεῖος - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Ὁ ποιητής Φερνάζης τό σπουδαῖον μέρος
τοῦ ἐπικοῦ ποιήματός του κάμνει.
Τό πῶς τήν βασιλεία τῶν Περσῶν
παρέλαβε ὁ Δαρεῖος Ὑστάσπου. (Ἀπό αὐτόν
κατάγεται ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,
ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Εὐπάτωρ). Ἀλλ' ἐδῶ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν' ἀναλύσει
τά αἰσθήματα πού θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος:
ἴσως ὑπεροψίαν καί μέθην· ὄχι ὅμως — μᾶλλον
σάν κατανόησι τῆς ματαιότητος τῶν μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται τό πρᾶγμα ὁ ποιητής.
Ἀλλά τόν διακόπτει ὁ ὑπηρέτης του πού μπαίνει
τρέχοντας, καί τήν βαρυσήμαντην εἴδησι ἀγγέλλει.
Ἄρχισε ὁ πόλεμος μέ τούς Ρωμαίους.
Τό πλεῖστον τοῦ στρατοῦ μας πέρασε τά σύνορα.
Ὁ ποιητής μένει ἐνεός. Τί συμφορά!
Ποῦ τώρα ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,
ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Εὐπάτωρ,
μ' ἑλληνικά ποιήματα ν' ἀσχοληθεῖ.
Μέσα σέ πόλεμο — φαντάσου, ἑλληνικά ποιήματα.
Ἀδημονεῖ ὁ Φερνάζης. Ἀτυχία!
Ἐκεῖ πού τό εἶχε θετικό μέ τόν «Δαρεῖο»
ν' ἀναδειχθεῖ, καί τούς ἐπικριτάς του,
τούς φθονερούς, τελειωτικά ν' ἀποστομώσει.
Τί ἀναβολή, τί ἀναβολή στά σχέδιά του.
Καί νά 'ταν μόνο ἀναβολή, πάλι καλά.
Ἀλλά νά δοῦμε ἄν ἔχουμε κι ἀσφάλεια
στήν Ἀμισό. Δέν εἶναι πολιτεία ἐκτάκτως ὀχυρή.
Εἶναι φρικτότατοι ἐχθροί οἱ Ρωμαῖοι.
Μποροῦμε νά τά βγάλουμε μ' αὐτούς,
οἱ Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Εἶναι νά μετρηθοῦμε τώρα μέ τές λεγεῶνες;
Θεοί μεγάλοι, τῆς Ἀσίας προστάται, βοηθῆστε μας. —
Ὅμως μές σ' ὅλη του τήν ταραχή καί τό κακό,
ἐπίμονα κ' ἡ ποιητική ἰδέα πάει κ' ἔρχεται—
τό πιθανότερο εἶναι, βέβαια, ὑπεροψίαν καί μέθην·
ὑπεροψίαν καί μέθην θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος.
1920, Ἀναγνωρισμένα
Ὁ ποιητής Φερνάζης τό σπουδαῖον μέρος
τοῦ ἐπικοῦ ποιήματός του κάμνει.
Τό πῶς τήν βασιλεία τῶν Περσῶν
παρέλαβε ὁ Δαρεῖος Ὑστάσπου. (Ἀπό αὐτόν
κατάγεται ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,
ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Εὐπάτωρ). Ἀλλ' ἐδῶ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν' ἀναλύσει
τά αἰσθήματα πού θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος:
ἴσως ὑπεροψίαν καί μέθην· ὄχι ὅμως — μᾶλλον
σάν κατανόησι τῆς ματαιότητος τῶν μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται τό πρᾶγμα ὁ ποιητής.
Ἀλλά τόν διακόπτει ὁ ὑπηρέτης του πού μπαίνει
τρέχοντας, καί τήν βαρυσήμαντην εἴδησι ἀγγέλλει.
Ἄρχισε ὁ πόλεμος μέ τούς Ρωμαίους.
Τό πλεῖστον τοῦ στρατοῦ μας πέρασε τά σύνορα.
Ὁ ποιητής μένει ἐνεός. Τί συμφορά!
Ποῦ τώρα ὁ ἔνδοξός μας βασιλεύς,
ὁ Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Εὐπάτωρ,
μ' ἑλληνικά ποιήματα ν' ἀσχοληθεῖ.
Μέσα σέ πόλεμο — φαντάσου, ἑλληνικά ποιήματα.
Ἀδημονεῖ ὁ Φερνάζης. Ἀτυχία!
Ἐκεῖ πού τό εἶχε θετικό μέ τόν «Δαρεῖο»
ν' ἀναδειχθεῖ, καί τούς ἐπικριτάς του,
τούς φθονερούς, τελειωτικά ν' ἀποστομώσει.
Τί ἀναβολή, τί ἀναβολή στά σχέδιά του.
Καί νά 'ταν μόνο ἀναβολή, πάλι καλά.
Ἀλλά νά δοῦμε ἄν ἔχουμε κι ἀσφάλεια
στήν Ἀμισό. Δέν εἶναι πολιτεία ἐκτάκτως ὀχυρή.
Εἶναι φρικτότατοι ἐχθροί οἱ Ρωμαῖοι.
Μποροῦμε νά τά βγάλουμε μ' αὐτούς,
οἱ Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Εἶναι νά μετρηθοῦμε τώρα μέ τές λεγεῶνες;
Θεοί μεγάλοι, τῆς Ἀσίας προστάται, βοηθῆστε μας. —
Ὅμως μές σ' ὅλη του τήν ταραχή καί τό κακό,
ἐπίμονα κ' ἡ ποιητική ἰδέα πάει κ' ἔρχεται—
τό πιθανότερο εἶναι, βέβαια, ὑπεροψίαν καί μέθην·
ὑπεροψίαν καί μέθην θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος.
1920, Ἀναγνωρισμένα
Οἱ Μοιραῖοι - Κώστας Βάρναλης
Οἱ Μοιραῖοι - Κώστας Βάρναλης
Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.
Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!
(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)
Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.
-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.
Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!
1922, Ποιητικά
Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.
Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!
(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)
Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.
-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.
Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!
1922, Ποιητικά
The Second Coming - William Butler Yeats
The Second Coming - William Butler Yeats
Turning and turning in the widening gyre
the falcon cannot hear the falconer;
things fall apart; the centre cannot hold;
mere anarchy is loosed upon the world,
the blood-dimmed tide is loosed, and everywhere
the ceremony of innocence is drowned;
the best lack all conviction, while the worst
are full of passionate intensity.
Surely some revelation is at hand;
surely the Second Coming is at hand.
The Second Coming! Hardly are those words out
when a vast image out of Spiritus Mundi
troubles my sight: somewhere in sands of the desert
a shape with lion body and the head of a man,
a gaze blank and pitiless as the sun,
is moving its slow thighs, while all about it
reel shadows of the indignant desert birds.
The darkness drops again; but now I know
that twenty centuries of stony sleep
were vexed to nightmare by a rocking cradle,
and what rough beast, its hour come round at last,
slouches towards Bethlehem to be born?
1920, Michael Robartes and the Dancer
Turning and turning in the widening gyre
the falcon cannot hear the falconer;
things fall apart; the centre cannot hold;
mere anarchy is loosed upon the world,
the blood-dimmed tide is loosed, and everywhere
the ceremony of innocence is drowned;
the best lack all conviction, while the worst
are full of passionate intensity.
Surely some revelation is at hand;
surely the Second Coming is at hand.
The Second Coming! Hardly are those words out
when a vast image out of Spiritus Mundi
troubles my sight: somewhere in sands of the desert
a shape with lion body and the head of a man,
a gaze blank and pitiless as the sun,
is moving its slow thighs, while all about it
reel shadows of the indignant desert birds.
The darkness drops again; but now I know
that twenty centuries of stony sleep
were vexed to nightmare by a rocking cradle,
and what rough beast, its hour come round at last,
slouches towards Bethlehem to be born?
1920, Michael Robartes and the Dancer
Ἐπιστροφή - Κώστας Καρυωτάκης
Ἐπιστροφή - Κώστας Καρυωτάκης
Ἐγὼ δὲν ἐπλανήθηκα σὲ δάση ἀπάρθενα, βουερά,
μηδὲ ἡ ριπὴ μ' ἐχτύπησε τοῦ ὠκεανείου ἀνέμου.
Σκλάβο πουλί, τἀνώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερὰ
καὶ δὲ θὰ ἰδῶ τοὺς οὐρανοὺς ποὺ νοσταλγῶ ποτέ μου.
Μὰ πάντα, ὦ φύση, ἀλοίμονο! πόσο ἡ ψυχή μου ταπεινὴ
λάτρισσα στὸ παραμικρὸ γίνεται μάντεμά σου,
καὶ πόσο, τώρα ποὺ ἡ βραδιὰ θὰ πέσῃ φθινοπωρινή,
τὸ καθετὶ περσότερο μοῦ λέει τὴν ὀμορφιά σου!
Μὲ μιὰν ἀκρούλα σύννεφου ταξιδεμένου μὲ καλεῖς,
μὲ τὸ χρυσὸ χαμόγελο τοῦ μαραμένου βρύου,
μ' ἕνα χορτάρι ἀνάμεσα στὶς πλάκες ὅλες τῆς αὐλῆς,
ποὺ τὸ σαλεύει μοναχὸ ἡ πνοὴ τοῦ Σεπτεμβρίου.
Καὶ τὴ φωνή σου ἀκούγοντας, τὴ μυστικιά, τὴ δυνατή,
ὦ φύση, θἄρθω κάποτε φέρνοντας τὸ σταυρό μου.
Θἆναι τὸ χῶμα σου ἐλαφρό, καὶ θἆναι πάντα ὀνειρευτὴ
ἡ ὥρα μὲ τἀνεπάντεχο τέλος τοῦ μάταιου δρόμου!
1927, Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες
Ἐγὼ δὲν ἐπλανήθηκα σὲ δάση ἀπάρθενα, βουερά,
μηδὲ ἡ ριπὴ μ' ἐχτύπησε τοῦ ὠκεανείου ἀνέμου.
Σκλάβο πουλί, τἀνώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερὰ
καὶ δὲ θὰ ἰδῶ τοὺς οὐρανοὺς ποὺ νοσταλγῶ ποτέ μου.
Μὰ πάντα, ὦ φύση, ἀλοίμονο! πόσο ἡ ψυχή μου ταπεινὴ
λάτρισσα στὸ παραμικρὸ γίνεται μάντεμά σου,
καὶ πόσο, τώρα ποὺ ἡ βραδιὰ θὰ πέσῃ φθινοπωρινή,
τὸ καθετὶ περσότερο μοῦ λέει τὴν ὀμορφιά σου!
Μὲ μιὰν ἀκρούλα σύννεφου ταξιδεμένου μὲ καλεῖς,
μὲ τὸ χρυσὸ χαμόγελο τοῦ μαραμένου βρύου,
μ' ἕνα χορτάρι ἀνάμεσα στὶς πλάκες ὅλες τῆς αὐλῆς,
ποὺ τὸ σαλεύει μοναχὸ ἡ πνοὴ τοῦ Σεπτεμβρίου.
Καὶ τὴ φωνή σου ἀκούγοντας, τὴ μυστικιά, τὴ δυνατή,
ὦ φύση, θἄρθω κάποτε φέρνοντας τὸ σταυρό μου.
Θἆναι τὸ χῶμα σου ἐλαφρό, καὶ θἆναι πάντα ὀνειρευτὴ
ἡ ὥρα μὲ τἀνεπάντεχο τέλος τοῦ μάταιου δρόμου!
1927, Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες
[Τὶ νέοι ποὺ φτάσαμεν ἐδῶ...] - Κώστας Καρυωτάκης
[Τὶ νέοι ποὺ φτάσαμεν ἐδῶ...] - Κώστας Καρυωτάκης
Τὶ νέοι ποὺ φτάσαμεν ἐδῶ, στὸ ἔρμο νησί, στὸ χεῖλος
τοῦ κόσμου, δῶθε ἀπ' τὄνειρο καὶ κεῖθε ἀπὸ τὴ γῆ!
Ὅταν ἀπομακρύθηκεν ὁ τελευταῖος μας φίλος,
ἤρθαμε ἀγάλι σέρνοντας τὴν αἰωνία πληγή.
Μὲ μάτι βλέπουμε ἀδειανό, μὲ βῆμα τσακισμένο
τὸν ἴδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νιώθουμε τἄρρωστο κορμί, ποὺ ἐβάρυνε, σὰν ξένο,
ὑπόκωφος ἀπὸ μακρὰ ἡ φωνή μας φτάνει ἀχός.
Ἡ ζωὴ διαβαίνει, πέρα στὸν ὁρίζοντα σειρήνα,
μὰ θάνατο, καθημερνὸ θάνατο καὶ χολὴ
μόνο, γιὰ μᾶς ἡ ζωὴ θὰ φέρῃ, ὅσο ἂν γελᾷ ἡ ἀχτίνα
τοῦ ἥλιου καὶ οἱ αὖρες πνέουνε. Κ' εἴμαστε νέοι, πολὺ
νέοι, καὶ μᾶς ἄφισεν ἐδῶ, μιὰ νύχτα, σ' ἕνα βράχο,
τὸ πλοῖο ποὺ τώρα χάνεται στοῦ ἀπείρου τὴν καρδιά,
χάνεται καὶ ῥωτιόμαστε τί νἄχουμε, τί νἄχω,
ποὺ σβύνουμε ὅλοι, φεύγουμ' ἔτσι νέοι, σχεδὸν παιδιά!
1927, Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες
Τὶ νέοι ποὺ φτάσαμεν ἐδῶ, στὸ ἔρμο νησί, στὸ χεῖλος
τοῦ κόσμου, δῶθε ἀπ' τὄνειρο καὶ κεῖθε ἀπὸ τὴ γῆ!
Ὅταν ἀπομακρύθηκεν ὁ τελευταῖος μας φίλος,
ἤρθαμε ἀγάλι σέρνοντας τὴν αἰωνία πληγή.
Μὲ μάτι βλέπουμε ἀδειανό, μὲ βῆμα τσακισμένο
τὸν ἴδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νιώθουμε τἄρρωστο κορμί, ποὺ ἐβάρυνε, σὰν ξένο,
ὑπόκωφος ἀπὸ μακρὰ ἡ φωνή μας φτάνει ἀχός.
Ἡ ζωὴ διαβαίνει, πέρα στὸν ὁρίζοντα σειρήνα,
μὰ θάνατο, καθημερνὸ θάνατο καὶ χολὴ
μόνο, γιὰ μᾶς ἡ ζωὴ θὰ φέρῃ, ὅσο ἂν γελᾷ ἡ ἀχτίνα
τοῦ ἥλιου καὶ οἱ αὖρες πνέουνε. Κ' εἴμαστε νέοι, πολὺ
νέοι, καὶ μᾶς ἄφισεν ἐδῶ, μιὰ νύχτα, σ' ἕνα βράχο,
τὸ πλοῖο ποὺ τώρα χάνεται στοῦ ἀπείρου τὴν καρδιά,
χάνεται καὶ ῥωτιόμαστε τί νἄχουμε, τί νἄχω,
ποὺ σβύνουμε ὅλοι, φεύγουμ' ἔτσι νέοι, σχεδὸν παιδιά!
1927, Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες
Νεκρόδειπνος - Τάκης Σινόπουλος
Νεκρόδειπνος - Τάκης Σινόπουλος
Δάκρυα πολλὰ μὲ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί ἤμουν ἐγώ, μιλῶντας ἔτσι μέ,
χρόνια καὶ χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι ἀπ’ τὰ παράθυρα ἔμπαινε
δόξα, χρυσὸ σκοτεινιασμένο φῶς, τριγύρω μπάγκοι καὶ τραπέζια καί
παράθυρα, καθρέφτες ὣς τὸν κάτου κόσμο. Κι ἤρθανε ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο ξεπεζεύοντας,
ὁ Πόρπορας, ὁ Κονταξής, ὁ Μᾶρκος, ὁ Γεράσιμος,
μιὰ σκούρα πάχνη τ’ ἄλογα κι ἡ μέρα ὅπως ἐλόξευε σὲ μουδιασμένο αἰθέρα, ἤρθανε ὁ Μπίλιας, ὁ Γουρνᾶς, γύφτοι γραμμένοι στὸ μισόφωτο, κι ὁ Φάκαλος, βαστούσανε
τὸ μαντολίνο, τὴν κιθάρα, τὸν αὐλό,
στὸν ἦχο ἀλάφραινε ἡ ψυχή, τὸ σπίτι μέσα ἐμύριζε
παντοῦ βροχὴ καὶ ξύλο, κι ἄναψαν,
μονάχα ποὺ ἄναψαν φωτιὰ ζεστὴ νὰ πυρωθοῦν, χαρούμενα τοὺς φώναξα.
Ἦρθε ὁ Σαρρῆς, ὁ Τσάκωνας,
ἦρθε ὁ Φαρμάκης, ὁ Τορέγας, ὁ
Τὸ μοῦτρο του ξινό, σημαδεμένο ἀπ’ τὴ βλογιά, στὴν Ἄκοβα στὸ κάστρο ἐσκάλιζε τὸ χῶμα μὲ τὰ νύχια του, ματώσανε, μοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἀκολασία καὶ τὸ μαρτύριο, τόσο σκοτεινὸς ποὺ τρόμαξα, γλιστρῶντας πῆρα τὸν κατήφορο.
Πήραμε τὸν κατήφορο, στάχτη παντοῦ, καμένο χῶμα, σίδερο, πάνω στὶς πόρτες ἕνα μαῦρο Χ καὶ τό ’ξερες ἐδῶ πέρασε ὁ θάνατος, μέρες καὶ νύχτες μὲ τὰ πολυβόλα ποὺ θερίζαμε
κι ἄκουγες ὤχ καὶ τίποτ’ ἄλλο. Κι ἤρθανε
πολλοί. Μπροστά τους ὁ Τζαννῆς, ὁ Παπαρίζος, ὁ Ἐλεμίνογλου, πιὸ πίσω ὁ Λαζαρίδης, ὁ Φλασκής, ὁ Κωνσταντόπουλος — σὲ τί ἐκκλησιὲς τοὺς διάβασαν, τοὺς θάψανε, κανεὶς δὲν ξέρει σὲ τί χώματα.
Τότε τὸν βοήθησα νὰ βγεῖ, πεσμένος στὸ χαντάκι ἀνάσκελα, τὸν κράτησα καὶ μοῦ ’μεινε στὰ χέρια κι ἡ γυναίκα του τὸν ἄλλο μήνα, μύριζε χορτάρι, χαμηλὰ στὸν κῆπο, ἀπομεσήμερο, τῆς μίλησα ποὺ πέθανε, γιομᾶτο σκοτεινὸ κορμί, πάνω στὸ στῆθος μου κλαψούριζε, νύχτα καιρὸ τὰ δάση λάμπανε κι οἱ ρίζες λάμπανε, ἡ φωνὴ δὲν ἔσβησε χρόνια καὶ χρόνια καί.
Φεγγάρι φεγγαρόφωτο, μέρες κλειστές, πέτρα πυργώθηκε ὁ χειμώνας, δίχως ἥλιο, δύσκολος, τὸν ἄκουσα τὸ χτύπο καὶ τὸν ἄλλο χτύπο, ἐχάραζε, καὶ σπάσανε τὶς πόρτες καὶ μᾶς σύρανε, δίχως ἀνάσα, ἐδῶ θὰ περιμένετε, καὶ χάραζε ἕνα τόσο φῶς.
Ἤρθανε γέροι καὶ παιδιά.
Μὲς στὰ φτενά τους ῥοῦχα πῶς ἀντέξανε,
πῶς μεγαλώσανε σὲ τόση φρίκη τὰ παιδιά.
Οἱ γέροι τρίζοντας, ψηλότεροι ἀπ’ τὸ σῶμα τους.
Καὶ τὰ παιδιά,
βαστώντας τὸ τσεκούρι, τὸ μαχαίρι, τὸ μπαλντᾶ, στὰ μάτια τους
ἡ καταφρόνια κι ἡ φοβέρα, μήτε μίλησαν.
Χαντάκια, σκουπιδότοποι, μαῦρες μανᾶδες ὁλολύζοντας, ποιόν σκότωσες ἐσύ, ποιόν σκότωσες ἐσύ, πόσους σκοτώσαμε;
Τόσο αἷμα καὶ τὰ χέρια τοῦ Λουκᾶ, κι ἄλλα κομένα σύρριζα, τὰ βρίσκαμε στὴ ῥεματιὰ μετὰ ἀπὸ μῆνες φεύγοντας,
σήμερα ἐδῶ, τὴ νύχτα ἀλλοῦ,
φονιᾶδες, καταδότες, κλέφτες καὶ μοιχοί, φαντάροι, χωροφύλακες, νοικοκυραῖοι καὶ μαγαζάτορες
κι ἄλλοι πολλοὶ καβάλα στὸν καιρὸ κι ἀνάμεσα
κορίτσια τοῦ χαμοῦ, ξεπόρτισαν, ὁ πυρετὸς ἡ πείνα, ἐστάθηκαν στὸν τοῖχο, ἐφύσαγε κακὸς ἀέρας. Κι ἤρθανε
ἡ Λίτσα κι ἡ Φανὴ γλυκομηλιές, ἤρθανε ἡ Ντόνα κι ἡ Νανά, ψιλὲς σὰν ἄχερο, ἡ Ἑλένη ἀκόμα χλόη τὸ χνούδι της,
δάφνες, ἀγράμπελες, μυρτιές
μικροὶ χαμένοι ποταμοί.
Κι ἕνα πρωί,
τὸ δέντρο τὸ πρωὶ ποὺ ξύπνησα ἦταν ὅλο πράσινο, τόσο πολὺ τ’ ἀγάπησα ποὺ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό.
Κι ἐκεῖ ἤρθανε πουλιά, τῆς εὐφροσύνης, τοῦ ἥλιου, γιόμισαν τὸν τόπο μὲ φτερὰ καὶ χρώματα, περλεκαμοὶ κι ἄλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμῆθρες, σκόρτσοι καὶ νυφοῦλες καί,
δῶρα τοῦ Θεοῦ, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας συνέχεια τὸ γλαυκό. Κι ἀνάμεσά τους ἦρθαν
ὁ Γιάννης ὁ Μακρής, ὁ Πέτρος ὁ Καλλίνικος, ὁ Γιάννης ὁ κουτσαίνοντας.
Καθίσαμε στὸ ἀνάχωμα, ἔβγαλε τὸ σουγιᾶ του ὁ Ρούσκας, ἔκοβε τὸ χόρτο, μόλις φύτρωνε.
Κι ὁ κάμπος καταχνιά. Κι ἐρχόταν ἄνοιξη, τὴν ἄκουγες. Μιὰ πόρτα καὶ τὸ ξύλο της ἐμύριζε οὐρανός.
Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα
κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτώ.
Κι ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο ὤς τὴν Λάρισα
βαθύτερα ὣς τὴν Καστοριά,
πάνω στὸ χάρτη μαῦρο μόλεμα,
ἡ Ἑλλάδα σύντομη ἀνασαίνοντας —
Πάσχα στὴν ἔρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι ἔμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
τὸ σκοτεινὸ ποτάμι.
Βαστῶντας τὸ ντουφέκι του σπασμένο ἦρθε ὁ Προσόρας,
ὁ Μπακρυσιώρης, ὁ Ἀλαφοῦζος, ὁ Ζερβός,
στὴ σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, ἐφώναξα, κοιτάξαμε.
Τὸ φῶς πλημμύρα, ὁ καρποφόρος ἥλιος
μνήμη τῶν ἀφανῶν. Τὰ χρόνια πέρασαν, ἀσπρίσαμε, τοὺς ἔλεγα.
Ἦρθε ὁ Τζεπέτης, ὁ Ζαφόγλου, ὁ Μαρκουτσᾶς,
στρωθήκανε στὸ μπάγκο καὶ
στὴν ἄκρη ὁ Κωνσταντῖνος ἔτσι νοσηλεύοντας τὸ πόδι του.
Σιγὰ-σιγὰ οἱ φωνὲς γαλήνεψαν.
Σιγὰ-σιγά, ὅπως ἤρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε τὸ λαγκάδι, ἀέρας, χάθηκαν.
Στερνὴ φορά τους κοίταξα, τοὺς φώναξα.
Στὸ χῶμα ἐχώνευε ἡ φωτιὰ κι ἀπ’ τὰ παράθυρα ἔμπαινε —
Πῶς μ’ ἕνα ἀστέρι ἡ νύχτα γίνεται πλωτή.
Πῶς μὲς στὴν ἔρημη ἐκκλησιά, μ’ ἄνθη πολλά
στολίζεται ὁ ἀνώνυμος, μυρώνεται ὁ νεκρός.
1972, Νεκρόδειπνος
Δάκρυα πολλὰ μὲ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί ἤμουν ἐγώ, μιλῶντας ἔτσι μέ,
χρόνια καὶ χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι ἀπ’ τὰ παράθυρα ἔμπαινε
δόξα, χρυσὸ σκοτεινιασμένο φῶς, τριγύρω μπάγκοι καὶ τραπέζια καί
παράθυρα, καθρέφτες ὣς τὸν κάτου κόσμο. Κι ἤρθανε ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο ξεπεζεύοντας,
ὁ Πόρπορας, ὁ Κονταξής, ὁ Μᾶρκος, ὁ Γεράσιμος,
μιὰ σκούρα πάχνη τ’ ἄλογα κι ἡ μέρα ὅπως ἐλόξευε σὲ μουδιασμένο αἰθέρα, ἤρθανε ὁ Μπίλιας, ὁ Γουρνᾶς, γύφτοι γραμμένοι στὸ μισόφωτο, κι ὁ Φάκαλος, βαστούσανε
τὸ μαντολίνο, τὴν κιθάρα, τὸν αὐλό,
στὸν ἦχο ἀλάφραινε ἡ ψυχή, τὸ σπίτι μέσα ἐμύριζε
παντοῦ βροχὴ καὶ ξύλο, κι ἄναψαν,
μονάχα ποὺ ἄναψαν φωτιὰ ζεστὴ νὰ πυρωθοῦν, χαρούμενα τοὺς φώναξα.
Ἦρθε ὁ Σαρρῆς, ὁ Τσάκωνας,
ἦρθε ὁ Φαρμάκης, ὁ Τορέγας, ὁ
Τὸ μοῦτρο του ξινό, σημαδεμένο ἀπ’ τὴ βλογιά, στὴν Ἄκοβα στὸ κάστρο ἐσκάλιζε τὸ χῶμα μὲ τὰ νύχια του, ματώσανε, μοῦ μίλησε γιὰ τὴν ἀκολασία καὶ τὸ μαρτύριο, τόσο σκοτεινὸς ποὺ τρόμαξα, γλιστρῶντας πῆρα τὸν κατήφορο.
Πήραμε τὸν κατήφορο, στάχτη παντοῦ, καμένο χῶμα, σίδερο, πάνω στὶς πόρτες ἕνα μαῦρο Χ καὶ τό ’ξερες ἐδῶ πέρασε ὁ θάνατος, μέρες καὶ νύχτες μὲ τὰ πολυβόλα ποὺ θερίζαμε
κι ἄκουγες ὤχ καὶ τίποτ’ ἄλλο. Κι ἤρθανε
πολλοί. Μπροστά τους ὁ Τζαννῆς, ὁ Παπαρίζος, ὁ Ἐλεμίνογλου, πιὸ πίσω ὁ Λαζαρίδης, ὁ Φλασκής, ὁ Κωνσταντόπουλος — σὲ τί ἐκκλησιὲς τοὺς διάβασαν, τοὺς θάψανε, κανεὶς δὲν ξέρει σὲ τί χώματα.
Τότε τὸν βοήθησα νὰ βγεῖ, πεσμένος στὸ χαντάκι ἀνάσκελα, τὸν κράτησα καὶ μοῦ ’μεινε στὰ χέρια κι ἡ γυναίκα του τὸν ἄλλο μήνα, μύριζε χορτάρι, χαμηλὰ στὸν κῆπο, ἀπομεσήμερο, τῆς μίλησα ποὺ πέθανε, γιομᾶτο σκοτεινὸ κορμί, πάνω στὸ στῆθος μου κλαψούριζε, νύχτα καιρὸ τὰ δάση λάμπανε κι οἱ ρίζες λάμπανε, ἡ φωνὴ δὲν ἔσβησε χρόνια καὶ χρόνια καί.
Φεγγάρι φεγγαρόφωτο, μέρες κλειστές, πέτρα πυργώθηκε ὁ χειμώνας, δίχως ἥλιο, δύσκολος, τὸν ἄκουσα τὸ χτύπο καὶ τὸν ἄλλο χτύπο, ἐχάραζε, καὶ σπάσανε τὶς πόρτες καὶ μᾶς σύρανε, δίχως ἀνάσα, ἐδῶ θὰ περιμένετε, καὶ χάραζε ἕνα τόσο φῶς.
Ἤρθανε γέροι καὶ παιδιά.
Μὲς στὰ φτενά τους ῥοῦχα πῶς ἀντέξανε,
πῶς μεγαλώσανε σὲ τόση φρίκη τὰ παιδιά.
Οἱ γέροι τρίζοντας, ψηλότεροι ἀπ’ τὸ σῶμα τους.
Καὶ τὰ παιδιά,
βαστώντας τὸ τσεκούρι, τὸ μαχαίρι, τὸ μπαλντᾶ, στὰ μάτια τους
ἡ καταφρόνια κι ἡ φοβέρα, μήτε μίλησαν.
Χαντάκια, σκουπιδότοποι, μαῦρες μανᾶδες ὁλολύζοντας, ποιόν σκότωσες ἐσύ, ποιόν σκότωσες ἐσύ, πόσους σκοτώσαμε;
Τόσο αἷμα καὶ τὰ χέρια τοῦ Λουκᾶ, κι ἄλλα κομένα σύρριζα, τὰ βρίσκαμε στὴ ῥεματιὰ μετὰ ἀπὸ μῆνες φεύγοντας,
σήμερα ἐδῶ, τὴ νύχτα ἀλλοῦ,
φονιᾶδες, καταδότες, κλέφτες καὶ μοιχοί, φαντάροι, χωροφύλακες, νοικοκυραῖοι καὶ μαγαζάτορες
κι ἄλλοι πολλοὶ καβάλα στὸν καιρὸ κι ἀνάμεσα
κορίτσια τοῦ χαμοῦ, ξεπόρτισαν, ὁ πυρετὸς ἡ πείνα, ἐστάθηκαν στὸν τοῖχο, ἐφύσαγε κακὸς ἀέρας. Κι ἤρθανε
ἡ Λίτσα κι ἡ Φανὴ γλυκομηλιές, ἤρθανε ἡ Ντόνα κι ἡ Νανά, ψιλὲς σὰν ἄχερο, ἡ Ἑλένη ἀκόμα χλόη τὸ χνούδι της,
δάφνες, ἀγράμπελες, μυρτιές
μικροὶ χαμένοι ποταμοί.
Κι ἕνα πρωί,
τὸ δέντρο τὸ πρωὶ ποὺ ξύπνησα ἦταν ὅλο πράσινο, τόσο πολὺ τ’ ἀγάπησα ποὺ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό.
Κι ἐκεῖ ἤρθανε πουλιά, τῆς εὐφροσύνης, τοῦ ἥλιου, γιόμισαν τὸν τόπο μὲ φτερὰ καὶ χρώματα, περλεκαμοὶ κι ἄλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμῆθρες, σκόρτσοι καὶ νυφοῦλες καί,
δῶρα τοῦ Θεοῦ, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας συνέχεια τὸ γλαυκό. Κι ἀνάμεσά τους ἦρθαν
ὁ Γιάννης ὁ Μακρής, ὁ Πέτρος ὁ Καλλίνικος, ὁ Γιάννης ὁ κουτσαίνοντας.
Καθίσαμε στὸ ἀνάχωμα, ἔβγαλε τὸ σουγιᾶ του ὁ Ρούσκας, ἔκοβε τὸ χόρτο, μόλις φύτρωνε.
Κι ὁ κάμπος καταχνιά. Κι ἐρχόταν ἄνοιξη, τὴν ἄκουγες. Μιὰ πόρτα καὶ τὸ ξύλο της ἐμύριζε οὐρανός.
Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα
κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτώ.
Κι ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο ὤς τὴν Λάρισα
βαθύτερα ὣς τὴν Καστοριά,
πάνω στὸ χάρτη μαῦρο μόλεμα,
ἡ Ἑλλάδα σύντομη ἀνασαίνοντας —
Πάσχα στὴν ἔρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι ἔμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
τὸ σκοτεινὸ ποτάμι.
Βαστῶντας τὸ ντουφέκι του σπασμένο ἦρθε ὁ Προσόρας,
ὁ Μπακρυσιώρης, ὁ Ἀλαφοῦζος, ὁ Ζερβός,
στὴ σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, ἐφώναξα, κοιτάξαμε.
Τὸ φῶς πλημμύρα, ὁ καρποφόρος ἥλιος
μνήμη τῶν ἀφανῶν. Τὰ χρόνια πέρασαν, ἀσπρίσαμε, τοὺς ἔλεγα.
Ἦρθε ὁ Τζεπέτης, ὁ Ζαφόγλου, ὁ Μαρκουτσᾶς,
στρωθήκανε στὸ μπάγκο καὶ
στὴν ἄκρη ὁ Κωνσταντῖνος ἔτσι νοσηλεύοντας τὸ πόδι του.
Σιγὰ-σιγὰ οἱ φωνὲς γαλήνεψαν.
Σιγὰ-σιγά, ὅπως ἤρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε τὸ λαγκάδι, ἀέρας, χάθηκαν.
Στερνὴ φορά τους κοίταξα, τοὺς φώναξα.
Στὸ χῶμα ἐχώνευε ἡ φωτιὰ κι ἀπ’ τὰ παράθυρα ἔμπαινε —
Πῶς μ’ ἕνα ἀστέρι ἡ νύχτα γίνεται πλωτή.
Πῶς μὲς στὴν ἔρημη ἐκκλησιά, μ’ ἄνθη πολλά
στολίζεται ὁ ἀνώνυμος, μυρώνεται ὁ νεκρός.
1972, Νεκρόδειπνος
Ἐλπήνωρ - Τάκης Σινόπουλος
Ἐλπήνωρ - Τάκης Σινόπουλος
Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες...
ΟΜΗΡΟΣ
Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυπαρίσσια,
τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο ἀπὸ τ' ἁλάτι καὶ τὸ φῶς,
τὰ κούφια βράχια, ὁ ἀδυσώπητος ἥλιος ἀπάνω,
καὶ μήτε κύλισμα νεροῦ μήτε πουλιοῦ φτερούγα,
μονάχα ἀπέραντη, ἀρυτίδωτη, πηχτὴ σιγή.
Ἦταν κάποιος ἀπὸ τὴ συνοδεία ποὺ τὸν ἀντίκρισε,
ὄχι ὁ πιὸ γέροντας: Κοιτᾶχτε, ὁ Ἐλπήνωρ πρέπει νά 'ναι ἐκεῖνος...
Ἐστρίψαμε τὰ μάτια γρήγορα. Παράξενο πῶς θυμηθήκαμε,
ἀφοῦ εἶχε ἡ μνήμη ξεραθεῖ σὰν ποταμιὰ τὸ καλοκαίρι.
Ἦταν αὐτὸς ὁ Ἐλπήνωρ, πράγματι, στὰ μαῦρα κυπαρίσσια,
τυφλὸς ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τοὺς στοχασμούς,
σκαλίζοντας τὴν ἄμμο μ' ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα.
Καὶ τότε τὸν ἐφώναξα μὲ μιὰ χαρούμενη φωνή: Ἐλπήνορα,
Ἐλπήνορα πῶς βρέθηκες ξάφνου σ' αὐτὴ τὴ χώρα;
εἶχες τελειώσει μὲ τὸ μαῦρο σίδερο μπηγμένο στὰ πλευρά,
τὸν περσινὸ χειμῶνα, κ' εἴδαμε στὰ χείλη σου τὸ αἷμα πηχτό,
καθὼς ἐστέγνωνε ἡ καρδιά σου δίπλα στοῦ σκαρμοῦ τὸ ξύλο.
Μ' ἕνα κουπὶ σπασμένο σὲ φυτέψαμε στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ,
ν' ἀκοῦς τ' ἀνέμου τὸ μουρμούρισμα τὸ ρόχθο τῆς θαλάσσης.
Τώρα πῶς εἶσαι τόσο ζωντανός; πῶς βρέθηκες σ' αὐτὴ τὴ χώρα
τυφλὸς ἀπὸ τὴν πίκρα καὶ τοὺς στοχασμούς;
Δὲ γύρισε νὰ ἰδεῖ. Δὲν ἄκουσε. Καὶ τότε πάλι ἐφώναξα
βαθιὰ τρομάζοντας: Ἐλπήνορα, πού 'χες λαγοῦ μαλλὶ
γιὰ φυλαχτάρι κρεμασμένο στὸ λαιμό σου, Ἐλπήνορα,
χαμένε στὶς ἀπέραντες παράγραφους τῆς ἱστορίας,
ἐγὼ σὲ κράζω καὶ σὰ σπήλαιο ἀντιλαλοῦν τὰ στήθια μου
πῶς ἦρθες, φίλε ἀλλοτινέ, πῶς μπόρεσες
νὰ φτάσεις τὸ κατάμαυρο καράβι πού μᾶς φέρνει
περιπλανώμενους νεκροὺς κάτω ἀπ' τὸν ἥλιον, ἀποκρίσου,
ἂν ἡ καρδιά σου ἐπιθυμεῖ μαζί μας νά 'ρθεις, ἀποκρίσου.
Δὲ γύρισε νὰ ἰδεῖ. Δὲν ἄκουσε. Ξανάδεσε ἡ σιωπὴ τριγύρω.
Τὸ φῶς σκάβοντας ἀκατάπαυστα βαθούλωνε τὴ γῆ.
Ἡ θάλασσα, τὰ κυπαρίσσια, τ' ἀκρογιάλι, πετρωμένα
σ' ἀκινησία θανατερή. Καὶ μόνο αὐτός, ὁ Ἐλπήνωρ
ποὺ τὸν γυρεύαμε μὲ τόση ἐπιμονὴ μὲς στὰ παλιὰ χειρόγραφα
τυραννισμένος ἀπ' τὴν πίκρα της παντοτινῆς του μοναξιᾶς,
μὲ τὸν ἥλιο νὰ πέφτει στὰ κενὰ τῶν στοχασμῶν του,
σκαλίζοντας τυφλὸς τὴν ἄμμο μ' ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα,
σὰν ὅραμα ἔφευγε καὶ χάνονταν ἀργὰ
στὸν ἀδειανό, χωρὶς φτερά, χωρὶς ἠχώ, γαλάζιο αἰθέρα.
1951, Μεταίχμιο Α'
Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες...
ΟΜΗΡΟΣ
Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυπαρίσσια,
τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο ἀπὸ τ' ἁλάτι καὶ τὸ φῶς,
τὰ κούφια βράχια, ὁ ἀδυσώπητος ἥλιος ἀπάνω,
καὶ μήτε κύλισμα νεροῦ μήτε πουλιοῦ φτερούγα,
μονάχα ἀπέραντη, ἀρυτίδωτη, πηχτὴ σιγή.
Ἦταν κάποιος ἀπὸ τὴ συνοδεία ποὺ τὸν ἀντίκρισε,
ὄχι ὁ πιὸ γέροντας: Κοιτᾶχτε, ὁ Ἐλπήνωρ πρέπει νά 'ναι ἐκεῖνος...
Ἐστρίψαμε τὰ μάτια γρήγορα. Παράξενο πῶς θυμηθήκαμε,
ἀφοῦ εἶχε ἡ μνήμη ξεραθεῖ σὰν ποταμιὰ τὸ καλοκαίρι.
Ἦταν αὐτὸς ὁ Ἐλπήνωρ, πράγματι, στὰ μαῦρα κυπαρίσσια,
τυφλὸς ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τοὺς στοχασμούς,
σκαλίζοντας τὴν ἄμμο μ' ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα.
Καὶ τότε τὸν ἐφώναξα μὲ μιὰ χαρούμενη φωνή: Ἐλπήνορα,
Ἐλπήνορα πῶς βρέθηκες ξάφνου σ' αὐτὴ τὴ χώρα;
εἶχες τελειώσει μὲ τὸ μαῦρο σίδερο μπηγμένο στὰ πλευρά,
τὸν περσινὸ χειμῶνα, κ' εἴδαμε στὰ χείλη σου τὸ αἷμα πηχτό,
καθὼς ἐστέγνωνε ἡ καρδιά σου δίπλα στοῦ σκαρμοῦ τὸ ξύλο.
Μ' ἕνα κουπὶ σπασμένο σὲ φυτέψαμε στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ,
ν' ἀκοῦς τ' ἀνέμου τὸ μουρμούρισμα τὸ ρόχθο τῆς θαλάσσης.
Τώρα πῶς εἶσαι τόσο ζωντανός; πῶς βρέθηκες σ' αὐτὴ τὴ χώρα
τυφλὸς ἀπὸ τὴν πίκρα καὶ τοὺς στοχασμούς;
Δὲ γύρισε νὰ ἰδεῖ. Δὲν ἄκουσε. Καὶ τότε πάλι ἐφώναξα
βαθιὰ τρομάζοντας: Ἐλπήνορα, πού 'χες λαγοῦ μαλλὶ
γιὰ φυλαχτάρι κρεμασμένο στὸ λαιμό σου, Ἐλπήνορα,
χαμένε στὶς ἀπέραντες παράγραφους τῆς ἱστορίας,
ἐγὼ σὲ κράζω καὶ σὰ σπήλαιο ἀντιλαλοῦν τὰ στήθια μου
πῶς ἦρθες, φίλε ἀλλοτινέ, πῶς μπόρεσες
νὰ φτάσεις τὸ κατάμαυρο καράβι πού μᾶς φέρνει
περιπλανώμενους νεκροὺς κάτω ἀπ' τὸν ἥλιον, ἀποκρίσου,
ἂν ἡ καρδιά σου ἐπιθυμεῖ μαζί μας νά 'ρθεις, ἀποκρίσου.
Δὲ γύρισε νὰ ἰδεῖ. Δὲν ἄκουσε. Ξανάδεσε ἡ σιωπὴ τριγύρω.
Τὸ φῶς σκάβοντας ἀκατάπαυστα βαθούλωνε τὴ γῆ.
Ἡ θάλασσα, τὰ κυπαρίσσια, τ' ἀκρογιάλι, πετρωμένα
σ' ἀκινησία θανατερή. Καὶ μόνο αὐτός, ὁ Ἐλπήνωρ
ποὺ τὸν γυρεύαμε μὲ τόση ἐπιμονὴ μὲς στὰ παλιὰ χειρόγραφα
τυραννισμένος ἀπ' τὴν πίκρα της παντοτινῆς του μοναξιᾶς,
μὲ τὸν ἥλιο νὰ πέφτει στὰ κενὰ τῶν στοχασμῶν του,
σκαλίζοντας τυφλὸς τὴν ἄμμο μ' ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα,
σὰν ὅραμα ἔφευγε καὶ χάνονταν ἀργὰ
στὸν ἀδειανό, χωρὶς φτερά, χωρὶς ἠχώ, γαλάζιο αἰθέρα.
1951, Μεταίχμιο Α'
Φίλιππος - Τάκης Σινόπουλος
Φίλιππος - Τάκης Σινόπουλος
Ἐδῶ στοχάζομαι δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος
σὲ τούτη τὴν ἀκίνητη κοιλάδα.
Πολλά τοῦ τάξαμε ἀπὸ λάφυρα κι ἀπὸ σειρῆνες.
Μὰ κεῖνος ἤτανε στραμμένος σ' ἄλλα ὁράματα.
Μιὰ ἀπέραντη πατρίδα ὀνειρευότανε. Ποῦ εἶναι τὸ πρόσωπό σας
τὸ ἀληθινό σας πρόσωπο; μοῦ φώναξε.
Ἔφυγε κλαίγοντας ἀνέβηκε τὰ λαμπερὰ βουνά.
Ὕστερα τὰ καράβια ἐφράξανε τὴ θάλασσα.
Μαύρισε ἡ γῆ τὴν πῆρε ἕνας κακὸς χειμώνας.
Μαύρισε τὸ μυαλὸ ἕνα μακρὺ ποτάμι τὸ αἷμα.
Δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Φυσάει ἀπόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στὴ Λάρισα τὸ ἔρημο καφενεῖο.
Ἡ φάτσα τοῦ συναχωμένου γκαρσονιοῦ κι ἡ νύχτα σαρωμένη
φωτιὲς παντοῦ καὶ πυροβολισμοὶ
μιὰ πολιτεία φανταστικὴ κι ἀσάλευτη
δέντρα πεσμένα στὶς οἰκοδομές.
Ποιὸ εἶναι τὸ δίκιο τοῦ πολεμιστῆ
ὁ ἀγώνας ποὺ σὲ πάει σ' ἄλλον ἀγώνα;
Δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Ἀμετανόητος πάντα πείσμωνε.
Οἱ σκοτεινὲς μέρες τοὔφταιγαν τὰ ἐρειπωμένα πρόσωπα.
Τὸ αἷμα του ἀκούγοντας ἀνέβηκε τὰ λαμπερὰ βουνά.
Κι ἀπόμεινα
μονάχος περπατώντας καὶ σφυρίζοντας
μέσα στὴν κούφια Λάρισα. Καὶ τότε
ὡς τὴ Μακεδονία βαθιὰ σαλεύοντας ἠμίκλειστη
μὲς στὸ πλατὺ φεγγάρι τοῦ χειμώνα
μιλώντας μόνο περὶ σώματος ἡ χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα.
Πέθανε χτικιάρης ὁ ἄντρας της τὶς μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα.
1957, Μεταίχμιο Β΄
Ἐδῶ στοχάζομαι δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος
σὲ τούτη τὴν ἀκίνητη κοιλάδα.
Πολλά τοῦ τάξαμε ἀπὸ λάφυρα κι ἀπὸ σειρῆνες.
Μὰ κεῖνος ἤτανε στραμμένος σ' ἄλλα ὁράματα.
Μιὰ ἀπέραντη πατρίδα ὀνειρευότανε. Ποῦ εἶναι τὸ πρόσωπό σας
τὸ ἀληθινό σας πρόσωπο; μοῦ φώναξε.
Ἔφυγε κλαίγοντας ἀνέβηκε τὰ λαμπερὰ βουνά.
Ὕστερα τὰ καράβια ἐφράξανε τὴ θάλασσα.
Μαύρισε ἡ γῆ τὴν πῆρε ἕνας κακὸς χειμώνας.
Μαύρισε τὸ μυαλὸ ἕνα μακρὺ ποτάμι τὸ αἷμα.
Δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Φυσάει ἀπόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στὴ Λάρισα τὸ ἔρημο καφενεῖο.
Ἡ φάτσα τοῦ συναχωμένου γκαρσονιοῦ κι ἡ νύχτα σαρωμένη
φωτιὲς παντοῦ καὶ πυροβολισμοὶ
μιὰ πολιτεία φανταστικὴ κι ἀσάλευτη
δέντρα πεσμένα στὶς οἰκοδομές.
Ποιὸ εἶναι τὸ δίκιο τοῦ πολεμιστῆ
ὁ ἀγώνας ποὺ σὲ πάει σ' ἄλλον ἀγώνα;
Δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Ἀμετανόητος πάντα πείσμωνε.
Οἱ σκοτεινὲς μέρες τοὔφταιγαν τὰ ἐρειπωμένα πρόσωπα.
Τὸ αἷμα του ἀκούγοντας ἀνέβηκε τὰ λαμπερὰ βουνά.
Κι ἀπόμεινα
μονάχος περπατώντας καὶ σφυρίζοντας
μέσα στὴν κούφια Λάρισα. Καὶ τότε
ὡς τὴ Μακεδονία βαθιὰ σαλεύοντας ἠμίκλειστη
μὲς στὸ πλατὺ φεγγάρι τοῦ χειμώνα
μιλώντας μόνο περὶ σώματος ἡ χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα.
Πέθανε χτικιάρης ὁ ἄντρας της τὶς μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα.
1957, Μεταίχμιο Β΄
Μαγδαληνή - Ντῖνος Χριστιανόπουλος
Μαγδαληνή - Ντῖνος Χριστιανόπουλος
Τὸν ξεχώρισα μόλις τὸν εἶδα, ἤμουνα ταχτικὴ στὰ κηρύγματά του·
πούλησα κι ἕνα κτηματάκι τῆς θείας μου γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσω.
Ὅμως ὅταν πιὰ ὅλα τὰ ξόδεψα, ἀποφάσισα νὰ πουλήσω καὶ τὸ κορμί μου,
στὴν ἀρχὴ στοὺς ἀνθρώπους τῶν καραβανιῶν, κατόπι στοὺς τελῶνες·
κοιμήθηκα μὲ σκληροτράχηλους Ῥωμαίους κι οἱ Φαρισαῖοι δὲ μοῦ εἶναι ἄγνωστοι.
Κι ὅμως μέσα σ’ αὐτὰ δὲν ξεχνοῦσα τὰ μάτια του.
Μῆνες γιὰ χάρη του ἔτρεχα ἀπ’ τὸ Ναὸ στὸ λιμάνι
κι ἀπὸ τὴν πόλη στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν.
Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σᾶς παρακαλῶ, μιὰ μικρὴ ἔκπτωση.
Γιὰ ἕνα βάζο ἀλαβάστρου δὲ φτάνουν οἱ οἰκονομίες μου.
Κι ὅμως πρέπει νὰ ἀποχτήσω αὐτὸ τὸ μύρο μὲ τὰ σαράντα ἀρώματα.
Μ’ αὐτὸ τὸ μύρο θ’ ἀλείψω τὰ πόδια του,
μ’ αὐτὰ τὰ μαλλιὰ θὰ σφουγγίσω τὰ πόδια του,
μ’ αὐτὰ τὰ χείλη, τὰ πόδια του τὰ ἐξαίσια κι ἄχραντα θὰ φιλήσω.
Ξέρω, εἶναι πολὺ αὐτὸ τὸ μύρο γιὰ τὴ μετάνοια,
ὡστόσο γιὰ τὸν ἔρωτα εἶναι λίγο.
Κι ἂν μιὰ μέρα ἀσπαστῶ τὸ χριστιανισμό, θὰ εἶναι γιὰ τὴν ἀγάπη του·
κι ἂν μαρτυρήσω γι’ Αὐτόν, θά ’ναὶ ἡ ἀγάπη του ποὺ θὰ μ’ ἐμπνέει.
Γιατί, κύριε, ὁ ἔρωτας μοῦ ἀνάβει τὴν πίστη κι ἡ ἀγάπη τὴ μετάνοια
κι ἴσως μείνει αἰώνια τ’ ὄνομά μου σὰ σύμβολο
ἐκείνων ποὺ σώθηκαν καὶ λυτρώθηκαν ὅτι ἠγάπησαν πολύ.
1950, Ἡ ἐποχὴ τῶν ἰσχνῶν ἀγελάδων
Τὸν ξεχώρισα μόλις τὸν εἶδα, ἤμουνα ταχτικὴ στὰ κηρύγματά του·
πούλησα κι ἕνα κτηματάκι τῆς θείας μου γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσω.
Ὅμως ὅταν πιὰ ὅλα τὰ ξόδεψα, ἀποφάσισα νὰ πουλήσω καὶ τὸ κορμί μου,
στὴν ἀρχὴ στοὺς ἀνθρώπους τῶν καραβανιῶν, κατόπι στοὺς τελῶνες·
κοιμήθηκα μὲ σκληροτράχηλους Ῥωμαίους κι οἱ Φαρισαῖοι δὲ μοῦ εἶναι ἄγνωστοι.
Κι ὅμως μέσα σ’ αὐτὰ δὲν ξεχνοῦσα τὰ μάτια του.
Μῆνες γιὰ χάρη του ἔτρεχα ἀπ’ τὸ Ναὸ στὸ λιμάνι
κι ἀπὸ τὴν πόλη στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν.
Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σᾶς παρακαλῶ, μιὰ μικρὴ ἔκπτωση.
Γιὰ ἕνα βάζο ἀλαβάστρου δὲ φτάνουν οἱ οἰκονομίες μου.
Κι ὅμως πρέπει νὰ ἀποχτήσω αὐτὸ τὸ μύρο μὲ τὰ σαράντα ἀρώματα.
Μ’ αὐτὸ τὸ μύρο θ’ ἀλείψω τὰ πόδια του,
μ’ αὐτὰ τὰ μαλλιὰ θὰ σφουγγίσω τὰ πόδια του,
μ’ αὐτὰ τὰ χείλη, τὰ πόδια του τὰ ἐξαίσια κι ἄχραντα θὰ φιλήσω.
Ξέρω, εἶναι πολὺ αὐτὸ τὸ μύρο γιὰ τὴ μετάνοια,
ὡστόσο γιὰ τὸν ἔρωτα εἶναι λίγο.
Κι ἂν μιὰ μέρα ἀσπαστῶ τὸ χριστιανισμό, θὰ εἶναι γιὰ τὴν ἀγάπη του·
κι ἂν μαρτυρήσω γι’ Αὐτόν, θά ’ναὶ ἡ ἀγάπη του ποὺ θὰ μ’ ἐμπνέει.
Γιατί, κύριε, ὁ ἔρωτας μοῦ ἀνάβει τὴν πίστη κι ἡ ἀγάπη τὴ μετάνοια
κι ἴσως μείνει αἰώνια τ’ ὄνομά μου σὰ σύμβολο
ἐκείνων ποὺ σώθηκαν καὶ λυτρώθηκαν ὅτι ἠγάπησαν πολύ.
1950, Ἡ ἐποχὴ τῶν ἰσχνῶν ἀγελάδων
Τὸ Νεῖκος τοῦ ᾍδου - Τάκης Κ. Παπατσώνης
Τὸ Νεῖκος τοῦ ᾍδου - Τάκης Κ. Παπατσώνης
Στρώνεται πάλι τῆς χαρᾶς τὸ τραπέζι,
στρώνεται μὲ λινά· ἡ πνευματικότητα,
τὸ κάνει ὅλο ν' ἀστράφτει, νὰ λαμποκοπᾷ.
Νύφη εἶναι, ἡ λαμπροφορεμένη, ὅλο λουλούδια;
Σπιθίζουνε τὰ κρύσταλλα, σὰν νὰ τρυπᾷ
τὸ φῶς, ποὺ μελιχρὰ κεριὰ τοῦ στέλνουν.
Ἡ εἴσοδο τῆς γυναίκας, ἡ εἴσοδό μου
τελεῖται μὲ σιωπὴ μοναστηρίσια.
Κι' ἂν ἡ κόρη χαρούμενη μπαίνει,
ἂν τῆς ῥοδίζει τὸ πρόσωπο τὸ γέλιο,
εἶναι ἔτσι ἁγνή, ποὺ δὲν χαλνᾷ τὸν ὕμνο.
Παίρνοντας τὸ ψωμὶ στὰ δάχτυλά μου
νὰ κόψω, νὰ μοιράσω σ' ἕναν ἕναν,
ἀκούω τὴν κόρη, πρώτη, ν' ἀνακράζει,
σὰν τὸ πουλί, δίχως συγκρατημό:
"Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ..."
Κι' οἱ τρεῖς μαζὶ μὲ μιὰ φωνὴ ἑνωμένη
"ζωὴν χαρισάμενος" προφέρομεν, ἐνῷ τὰ ποτήρια
γεμίζω μὲ τὸ κόκκινο κρασὶ πρὸς ὅλους.
Ἂς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ μεγάλη,
ποὺ ξαναφούντωσε γιὰ μᾶς τούτη τὴ ζέστα
στὴν καρδιὰ τοῦ σπιτιοῦ μας πάλι ἐφέτος
σὲ μιὰ νύχτα του τόσο ἐαρινή.
Σὰ γεύομαι τὸ δεῖπνο τοῦτο ἐν τούτοις
καὶ σὰν ἀντλῶ κρασὶ τῆς εὐφροσύνης
τὰ περασμένα βλέπω νὰ σιμώνουν.
Ἄχ, τὸ τραπέζι μας δὲν εἶναι συνθεμένο
καθὼς τὸ ξέραμε· μιὰ θέση μένει
τώρα ἀδειανὴ καὶ λίγο λίγο πέφτει
μιὰ σκιὰ καὶ γνώριμη κι' ὑπόμονη
καὶ πικραμένη καὶ χαϊδευτικιὰ κι' ἀγαπημένη
καὶ κάθεται στὴ θέση ποὺ εἶχε πάντα.
Ἀναστημένη νὰ τὴν πῶ, δὲν εἶναι ἀλήθεια.
Ζωντανὴ στὴν ψυχή μας παρουσία
βέβαια καὶ εἶναι· ἀλλὰ πὼς δὲν νοθεύει
τὴ χαρὰ τώρα ἡ πνοή της ποὺ ἔχει γίνει
γιὰ ὅλους μας σκιὰ θαμπή, δὲν εἶναι ἀλήθεια.
Κι' εἶναι μητέρας τούτη ἡ σκιὰ ἡ θαμπή.
Ἁπλώθη ἕνα παράπονο κι' ἐπιμένει.
Ὅσο τὸ Πάσχα ἂν εἶναι ἔτσι τερπνό·
ὅσο ἂν φυσάει τέτοιο γλυκόπνοο πνεῦμα·
ὅσο ἂν λουλούδια ἡ γῆς ξαναφορτώθη·
ὅσο πουλιὰ κι' ἀπόψε ἂν ξαγρυπνοῦνε·
ὅσο ἂν βουίζει ἀγάπη τὸ τραπέζι μας·
ὅσο ἂν ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μᾶς ζώνει·
ὅσο ἂν Ἐτοῦτος νίκησε κι' ἐγέρθη,
μητέρας εἶναι τούτη ἡ μαύρη σκιά,
μητέρα λείπει ἐφέτος ἀπ' τὸ δεῖπνο,
ποὺ ἀλλοῦ γιορτάζει, ὄχι μὲ μᾶς, ἀπόψε.
1963, Ἐκλογὴ Β'
Στρώνεται πάλι τῆς χαρᾶς τὸ τραπέζι,
στρώνεται μὲ λινά· ἡ πνευματικότητα,
τὸ κάνει ὅλο ν' ἀστράφτει, νὰ λαμποκοπᾷ.
Νύφη εἶναι, ἡ λαμπροφορεμένη, ὅλο λουλούδια;
Σπιθίζουνε τὰ κρύσταλλα, σὰν νὰ τρυπᾷ
τὸ φῶς, ποὺ μελιχρὰ κεριὰ τοῦ στέλνουν.
Ἡ εἴσοδο τῆς γυναίκας, ἡ εἴσοδό μου
τελεῖται μὲ σιωπὴ μοναστηρίσια.
Κι' ἂν ἡ κόρη χαρούμενη μπαίνει,
ἂν τῆς ῥοδίζει τὸ πρόσωπο τὸ γέλιο,
εἶναι ἔτσι ἁγνή, ποὺ δὲν χαλνᾷ τὸν ὕμνο.
Παίρνοντας τὸ ψωμὶ στὰ δάχτυλά μου
νὰ κόψω, νὰ μοιράσω σ' ἕναν ἕναν,
ἀκούω τὴν κόρη, πρώτη, ν' ἀνακράζει,
σὰν τὸ πουλί, δίχως συγκρατημό:
"Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ..."
Κι' οἱ τρεῖς μαζὶ μὲ μιὰ φωνὴ ἑνωμένη
"ζωὴν χαρισάμενος" προφέρομεν, ἐνῷ τὰ ποτήρια
γεμίζω μὲ τὸ κόκκινο κρασὶ πρὸς ὅλους.
Ἂς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ μεγάλη,
ποὺ ξαναφούντωσε γιὰ μᾶς τούτη τὴ ζέστα
στὴν καρδιὰ τοῦ σπιτιοῦ μας πάλι ἐφέτος
σὲ μιὰ νύχτα του τόσο ἐαρινή.
Σὰ γεύομαι τὸ δεῖπνο τοῦτο ἐν τούτοις
καὶ σὰν ἀντλῶ κρασὶ τῆς εὐφροσύνης
τὰ περασμένα βλέπω νὰ σιμώνουν.
Ἄχ, τὸ τραπέζι μας δὲν εἶναι συνθεμένο
καθὼς τὸ ξέραμε· μιὰ θέση μένει
τώρα ἀδειανὴ καὶ λίγο λίγο πέφτει
μιὰ σκιὰ καὶ γνώριμη κι' ὑπόμονη
καὶ πικραμένη καὶ χαϊδευτικιὰ κι' ἀγαπημένη
καὶ κάθεται στὴ θέση ποὺ εἶχε πάντα.
Ἀναστημένη νὰ τὴν πῶ, δὲν εἶναι ἀλήθεια.
Ζωντανὴ στὴν ψυχή μας παρουσία
βέβαια καὶ εἶναι· ἀλλὰ πὼς δὲν νοθεύει
τὴ χαρὰ τώρα ἡ πνοή της ποὺ ἔχει γίνει
γιὰ ὅλους μας σκιὰ θαμπή, δὲν εἶναι ἀλήθεια.
Κι' εἶναι μητέρας τούτη ἡ σκιὰ ἡ θαμπή.
Ἁπλώθη ἕνα παράπονο κι' ἐπιμένει.
Ὅσο τὸ Πάσχα ἂν εἶναι ἔτσι τερπνό·
ὅσο ἂν φυσάει τέτοιο γλυκόπνοο πνεῦμα·
ὅσο ἂν λουλούδια ἡ γῆς ξαναφορτώθη·
ὅσο πουλιὰ κι' ἀπόψε ἂν ξαγρυπνοῦνε·
ὅσο ἂν βουίζει ἀγάπη τὸ τραπέζι μας·
ὅσο ἂν ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μᾶς ζώνει·
ὅσο ἂν Ἐτοῦτος νίκησε κι' ἐγέρθη,
μητέρας εἶναι τούτη ἡ μαύρη σκιά,
μητέρα λείπει ἐφέτος ἀπ' τὸ δεῖπνο,
ποὺ ἀλλοῦ γιορτάζει, ὄχι μὲ μᾶς, ἀπόψε.
1963, Ἐκλογὴ Β'
Συνάντημα - Τάκης Κ. Παπατσώνης
Συνάντημα - Τάκης Κ. Παπατσώνης
Σταλάζει ἡ πρωινὴ δροσιὰ ἀπὸ κάθε φύλλο
τοῦ Κήπου. Ἂν καὶ ὑγρασία εἶναι, ἐν τούτοις ἀσφαλῶς
πολλὴ ἡ Χαρά. Περιδιαβάζει ὁ Διαβάτης,
ἐνῷ ἀρχικῶς ἐβγῆκε γιὰ Δουλειά. Συντέμνει κάπως,
ὄχι σὲ χρόνο, μόνο ἀπὸ διάθεση,
τὸ χρέος του γιὰ δουλειά. Ἀλλὰ ὅμως κέρδος
κομίζει ἀπὸ τὴν πρώτη τρυφερότητα τῆς Ἡμέρας.
Εὐεργεσία τοῦ 'ρχεται, ὄθε δὲν ἐζητήθη.
Δρόσο Ψυχῆς, ὄθε δὲν ἀναμένετο. Πῶς ὅλες οἱ Ὧρες
οἱ ἀκολουθοῦσες τὴν Πρωίαν εὐλογοῦνται.
Πῶς ἄϋλον ἀποτύπωμα τοὺς μένει. Ἀκόμη ἡ Ἑσπέρα
ἔρχεται, μὲ χαμήλωμα τῶν φώτων καὶ μὲ ἀστέρια,
καὶ μένει, φῶς ἑωθινό. Διαρκεῖ μέχρι τοῦ ὕπνου.
Καὶ κατακλίνεται εὐτυχὴς ἐκεῖνος ὁ Διαβάτης,
τυλίγεται στὸ σύνηθες τῆς Ἡσυχίας σινδόνι
καὶ μόνος δὲν αἰσθάνεται: τυλίγεται ἡ ψυχή του
μὲ φῶς γαλήνης ὄχι ξένον, ὄχι ἀλλότριο
τῆς δρόσου αὐτῆς, ποὺ ἀντίκρισε, σὰν ἔβγηκε, τὸ πρωί.
1934, Ἐκλογὴ Α'
Σταλάζει ἡ πρωινὴ δροσιὰ ἀπὸ κάθε φύλλο
τοῦ Κήπου. Ἂν καὶ ὑγρασία εἶναι, ἐν τούτοις ἀσφαλῶς
πολλὴ ἡ Χαρά. Περιδιαβάζει ὁ Διαβάτης,
ἐνῷ ἀρχικῶς ἐβγῆκε γιὰ Δουλειά. Συντέμνει κάπως,
ὄχι σὲ χρόνο, μόνο ἀπὸ διάθεση,
τὸ χρέος του γιὰ δουλειά. Ἀλλὰ ὅμως κέρδος
κομίζει ἀπὸ τὴν πρώτη τρυφερότητα τῆς Ἡμέρας.
Εὐεργεσία τοῦ 'ρχεται, ὄθε δὲν ἐζητήθη.
Δρόσο Ψυχῆς, ὄθε δὲν ἀναμένετο. Πῶς ὅλες οἱ Ὧρες
οἱ ἀκολουθοῦσες τὴν Πρωίαν εὐλογοῦνται.
Πῶς ἄϋλον ἀποτύπωμα τοὺς μένει. Ἀκόμη ἡ Ἑσπέρα
ἔρχεται, μὲ χαμήλωμα τῶν φώτων καὶ μὲ ἀστέρια,
καὶ μένει, φῶς ἑωθινό. Διαρκεῖ μέχρι τοῦ ὕπνου.
Καὶ κατακλίνεται εὐτυχὴς ἐκεῖνος ὁ Διαβάτης,
τυλίγεται στὸ σύνηθες τῆς Ἡσυχίας σινδόνι
καὶ μόνος δὲν αἰσθάνεται: τυλίγεται ἡ ψυχή του
μὲ φῶς γαλήνης ὄχι ξένον, ὄχι ἀλλότριο
τῆς δρόσου αὐτῆς, ποὺ ἀντίκρισε, σὰν ἔβγηκε, τὸ πρωί.
1934, Ἐκλογὴ Α'
Μετὰ τὴν ἧττα - Γιάννης Ῥίτσος
Μετὰ τὴν ἧττα - Γιάννης Ῥίτσος
Ὕστερ’ ἀπ’ τὴν πανωλεθρία τῶν Ἀθηναίων στοὺς Αἰγὸς Ποταμούς, καὶ λίγο ἀργότερα
μετὰ τὴν τελική μας ἧττα, — πᾶνε πιὰ οἱ ἐλεύθερες κουβέντες μας, πάει κι ἡ Περίκλεια αἴγλη,
ἡ ἄνθηση τῶν Τεχνῶν, τὰ Γυμναστήρια καὶ τὰ Συμπόσια τῶν σοφῶν μας. Τώρα
βαριὰ σιωπὴ στὴν Ἀγορὰ καὶ κατήφεια, κι ἡ ἀσυδοσία τῶν Τριάντα Τυράννων.
Τὰ πάντα (καὶ τὰ πιὸ δικά μας) γίνονται ἐρήμην μας, χωρὶς καθόλου
τὴ δυνατότητα μιᾶς κάποιας προσφυγῆς, μιᾶς ὑπεράσπισης ἢ ἀπολογίας,
μιᾶς ἔστω τυπικῆς διαμαρτυρίας. Στὴ φωτιὰ τὰ χαρτιὰ καὶ τὰ βιβλία μας·
κι ἡ τιμὴ τῆς πατρίδας στὰ σκουπίδια. Κι ἂν γινόταν ποτὲ νὰ μᾶς ἐπέτρεπαν
νὰ φέρουμε γιὰ μάρτυρα κάποιον παλιό μας φίλο, αὐτὸς δὲ θὰ δεχόταν ἀπὸ φόβο
μήπως καὶ πάθει τὰ δικά μας — μὲ τὸ δίκιο του ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ
καλὰ εἶναι ἐδῶ, — μπορεῖ καὶ ν’ ἀποχτήσουμε μιὰ νέα ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση
κοιτώντας πίσω ἀπὸ τὸ σύρμα ἕνα κομμάτι θάλασσα, τὶς πέτρες, τὰ χορτάρια,
ἢ κάποιο σύννεφο στὸ λιόγερμα, βαθύ, βιολετί, συγκινημένο. Κι ἴσως
μιὰ μέρα νὰ βρεθεῖ ἕνας νέος Κίμωνας, μυστικὰ ὁδηγημένος
ἀπὸ τὸν ἴδιο ἀϊτό, νὰ σκάψει καὶ νὰ βρεῖ τὴ σιδερένια αἰχμὴ ἀπ’ τὸ δόρυ μας,
σκουριασμένη, λιωμένη κι αὐτήν, καὶ νὰ τὴν κουβαλήσει ἐπίσημα
σὲ πένθιμη ἢ δοξαστικὴ πομπή, μὲ μουσικὴ καὶ στεφάνια στὴν Ἀθήνα.
Λέρος, 21.III.68
1972, Πέτρες. Ἐπαναλήψεις. Κιγκλίδωμα
Ὕστερ’ ἀπ’ τὴν πανωλεθρία τῶν Ἀθηναίων στοὺς Αἰγὸς Ποταμούς, καὶ λίγο ἀργότερα
μετὰ τὴν τελική μας ἧττα, — πᾶνε πιὰ οἱ ἐλεύθερες κουβέντες μας, πάει κι ἡ Περίκλεια αἴγλη,
ἡ ἄνθηση τῶν Τεχνῶν, τὰ Γυμναστήρια καὶ τὰ Συμπόσια τῶν σοφῶν μας. Τώρα
βαριὰ σιωπὴ στὴν Ἀγορὰ καὶ κατήφεια, κι ἡ ἀσυδοσία τῶν Τριάντα Τυράννων.
Τὰ πάντα (καὶ τὰ πιὸ δικά μας) γίνονται ἐρήμην μας, χωρὶς καθόλου
τὴ δυνατότητα μιᾶς κάποιας προσφυγῆς, μιᾶς ὑπεράσπισης ἢ ἀπολογίας,
μιᾶς ἔστω τυπικῆς διαμαρτυρίας. Στὴ φωτιὰ τὰ χαρτιὰ καὶ τὰ βιβλία μας·
κι ἡ τιμὴ τῆς πατρίδας στὰ σκουπίδια. Κι ἂν γινόταν ποτὲ νὰ μᾶς ἐπέτρεπαν
νὰ φέρουμε γιὰ μάρτυρα κάποιον παλιό μας φίλο, αὐτὸς δὲ θὰ δεχόταν ἀπὸ φόβο
μήπως καὶ πάθει τὰ δικά μας — μὲ τὸ δίκιο του ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ
καλὰ εἶναι ἐδῶ, — μπορεῖ καὶ ν’ ἀποχτήσουμε μιὰ νέα ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση
κοιτώντας πίσω ἀπὸ τὸ σύρμα ἕνα κομμάτι θάλασσα, τὶς πέτρες, τὰ χορτάρια,
ἢ κάποιο σύννεφο στὸ λιόγερμα, βαθύ, βιολετί, συγκινημένο. Κι ἴσως
μιὰ μέρα νὰ βρεθεῖ ἕνας νέος Κίμωνας, μυστικὰ ὁδηγημένος
ἀπὸ τὸν ἴδιο ἀϊτό, νὰ σκάψει καὶ νὰ βρεῖ τὴ σιδερένια αἰχμὴ ἀπ’ τὸ δόρυ μας,
σκουριασμένη, λιωμένη κι αὐτήν, καὶ νὰ τὴν κουβαλήσει ἐπίσημα
σὲ πένθιμη ἢ δοξαστικὴ πομπή, μὲ μουσικὴ καὶ στεφάνια στὴν Ἀθήνα.
Λέρος, 21.III.68
1972, Πέτρες. Ἐπαναλήψεις. Κιγκλίδωμα
Ἀπόσπασμα 47 - Σαπφώ
Ἀπόσπασμα 47 - Σαπφώ
Ἔρος δ᾿ ἐτίναξέ μοι
φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.
Ἔρος δ᾿ ἐτίναξέ μοι
φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.
Ἀπόσπασμα 102 - Σαπφώ
Ἀπόσπασμα 102 - Σαπφώ
γλύκηα μᾶτερ, οὔτοι δύναμαι κρέκην τὸν ἴστον
πόθῳ δάμεισα παῖδος βραδίναν δι᾽ Ἀφροδίταν.
γλύκηα μᾶτερ, οὔτοι δύναμαι κρέκην τὸν ἴστον
πόθῳ δάμεισα παῖδος βραδίναν δι᾽ Ἀφροδίταν.
Ἀπόσπασμα 1- Σαπφώ
Ἀπόσπασμα 1 - Σαπφώ
ποικιλόθρον’ ἀθανάτ’ Ἀφρόδιτα,
παῖ Δίος δολόπλοκε, λίσσομαί σε,
μή μ’ ἄσαισι μηδ’ ὀνίαισι δάμνα,
πότνια, θῦμον,
ἀλλὰ τυίδ’ ἔλθ’, αἴ ποτα κἀτέρωτα
τὰς ἔμας αὔδας ἀίοισα πήλοι
ἔκλυες, πάτρος δὲ δόμον λίποισα
χρύσιον ἦλθες
ἄρμ’ ὐπασδεύξαισα· κάλοι δέ σ’ ἆγον
ὤκεες στροῦθοι περὶ γᾶς μελαίνας
πύκνα δίννεντες πτέρ’ ἀπ’ ὠράνω αἴθε-
ρος διὰ μέσσω·
αἶψα δ’ ἐξίκοντο· σὺ δ’, ὦ μάκαιρα,
μειδιαίσαισ’ ἀθανάτῳ προσώπῳ
ἤρε’ ὄττι δηὖτε πέπονθα κὤττι
δηὖτε κάλημι
κὤττι μοι μάλιστα θέλω γένεσθαι
μαινόλᾳ θύμῳ· τίνα δηὖτε πείθω
ἄψ σ’ ἄγην ἐς ϝὰν φιλότατα; τίς σ’, ὦ
Ψάπφ’, ἀδικήει;
καὶ γὰρ αἰ φεύγει, ταχέως διώξει,
αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ’, ἀλλὰ δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει
κωὐκ ἐθέλοισα.
ἔλθε μοι καὶ νῦν, χαλέπαν δὲ λῦσον
ἐκ μερίμναν, ὄσσα δέ μοι τέλεσσαι
θῦμος ἰμέρρει, τέλεσον, σὺ δ’ αὔτα
σύμμαχος ἔσσο.
ποικιλόθρον’ ἀθανάτ’ Ἀφρόδιτα,
παῖ Δίος δολόπλοκε, λίσσομαί σε,
μή μ’ ἄσαισι μηδ’ ὀνίαισι δάμνα,
πότνια, θῦμον,
ἀλλὰ τυίδ’ ἔλθ’, αἴ ποτα κἀτέρωτα
τὰς ἔμας αὔδας ἀίοισα πήλοι
ἔκλυες, πάτρος δὲ δόμον λίποισα
χρύσιον ἦλθες
ἄρμ’ ὐπασδεύξαισα· κάλοι δέ σ’ ἆγον
ὤκεες στροῦθοι περὶ γᾶς μελαίνας
πύκνα δίννεντες πτέρ’ ἀπ’ ὠράνω αἴθε-
ρος διὰ μέσσω·
αἶψα δ’ ἐξίκοντο· σὺ δ’, ὦ μάκαιρα,
μειδιαίσαισ’ ἀθανάτῳ προσώπῳ
ἤρε’ ὄττι δηὖτε πέπονθα κὤττι
δηὖτε κάλημι
κὤττι μοι μάλιστα θέλω γένεσθαι
μαινόλᾳ θύμῳ· τίνα δηὖτε πείθω
ἄψ σ’ ἄγην ἐς ϝὰν φιλότατα; τίς σ’, ὦ
Ψάπφ’, ἀδικήει;
καὶ γὰρ αἰ φεύγει, ταχέως διώξει,
αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ’, ἀλλὰ δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει
κωὐκ ἐθέλοισα.
ἔλθε μοι καὶ νῦν, χαλέπαν δὲ λῦσον
ἐκ μερίμναν, ὄσσα δέ μοι τέλεσσαι
θῦμος ἰμέρρει, τέλεσον, σὺ δ’ αὔτα
σύμμαχος ἔσσο.
Νέοι τῆς Σιδῶνος (400 μ.Χ.) - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Νέοι τῆς Σιδῶνος (400 μ.Χ.) - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Ὁ ἠθοποιὸς ποὺ ἔφεραν γιὰ νὰ τοὺς διασκεδάσει
ἀπήγγειλε καὶ μερικὰ ἐπιγράμματα ἐκλεκτά.
Ἡ αἴθουσα ἄνοιγε στὸν κῆπο ἐπάνω·
κι εἶχε μιὰν ἐλαφρὰ εὐωδία ἀνθέων
ποὺ ἑνώνονταν μὲ τὰ μυρωδικά
τῶν πέντε ἀρωματισμένων Σιδωνίων νέων.
Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, καὶ Κριναγόρας, καὶ Ῥιανός.
Μὰ σὰν ἀπήγγειλεν ὁ ἠθοποιός,
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει» —
(τονίζοντας ἴσως ὑπὲρ τὸ δέον
τὸ «ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον», τὸ «Μαραθώνιον ἄλσος»),
πετάχθηκεν εὐθὺς ἕνα παιδὶ ζωηρό,
φανατικὸ γιὰ γράμματα, καὶ φώναξε·
«Α δὲν μ’ ἀρέσει τὸ τετράστιχον αὐτό.
Ἐκφράσεις τοιούτου εἴδους μοιάζουν κάπως σὰν λιποψυχίες.
Δῶσε — κηρύττω — στὸ ἔργον σου ὅλην τὴν δύναμί σου,
ὅλην τὴν μέριμνα, καὶ πάλι τὸ ἔργον σου θυμήσου
μὲς στὴν δοκιμασίαν, ἢ ὅταν ἡ ὥρα σου πιὰ γέρνει.
Ἔτσι ἀπὸ σένα περιμένω κι ἀπαιτῶ.
Κι ὄχι ἀπ’ τὸν νοῦ σου ὁλότελα νὰ βγάλεις
τῆς Τραγῳδίας τὸν Λόγο τὸν λαμπρό —
τί Ἀγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,
τί Ὀρέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,
τί Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας — καὶ γιὰ μνήμη σου νὰ βάλεις
μ ό ν ο ποὺ μὲς στῶν στρατιωτῶν τὲς τάξεις, τὸν σωρό
πολέμησες καὶ σύ τον Δάτι καὶ τὸν Ἀρταφέρνη».
1920, Ἀναγνωρισμένα
Ὁ ἠθοποιὸς ποὺ ἔφεραν γιὰ νὰ τοὺς διασκεδάσει
ἀπήγγειλε καὶ μερικὰ ἐπιγράμματα ἐκλεκτά.
Ἡ αἴθουσα ἄνοιγε στὸν κῆπο ἐπάνω·
κι εἶχε μιὰν ἐλαφρὰ εὐωδία ἀνθέων
ποὺ ἑνώνονταν μὲ τὰ μυρωδικά
τῶν πέντε ἀρωματισμένων Σιδωνίων νέων.
Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, καὶ Κριναγόρας, καὶ Ῥιανός.
Μὰ σὰν ἀπήγγειλεν ὁ ἠθοποιός,
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει» —
(τονίζοντας ἴσως ὑπὲρ τὸ δέον
τὸ «ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον», τὸ «Μαραθώνιον ἄλσος»),
πετάχθηκεν εὐθὺς ἕνα παιδὶ ζωηρό,
φανατικὸ γιὰ γράμματα, καὶ φώναξε·
«Α δὲν μ’ ἀρέσει τὸ τετράστιχον αὐτό.
Ἐκφράσεις τοιούτου εἴδους μοιάζουν κάπως σὰν λιποψυχίες.
Δῶσε — κηρύττω — στὸ ἔργον σου ὅλην τὴν δύναμί σου,
ὅλην τὴν μέριμνα, καὶ πάλι τὸ ἔργον σου θυμήσου
μὲς στὴν δοκιμασίαν, ἢ ὅταν ἡ ὥρα σου πιὰ γέρνει.
Ἔτσι ἀπὸ σένα περιμένω κι ἀπαιτῶ.
Κι ὄχι ἀπ’ τὸν νοῦ σου ὁλότελα νὰ βγάλεις
τῆς Τραγῳδίας τὸν Λόγο τὸν λαμπρό —
τί Ἀγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,
τί Ὀρέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,
τί Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας — καὶ γιὰ μνήμη σου νὰ βάλεις
μ ό ν ο ποὺ μὲς στῶν στρατιωτῶν τὲς τάξεις, τὸν σωρό
πολέμησες καὶ σύ τον Δάτι καὶ τὸν Ἀρταφέρνη».
1920, Ἀναγνωρισμένα
Θεατρῖνοι, Μ.Α. - Γιῶργος Σεφέρης
Θεατρῖνοι, Μ.Α. - Γιῶργος Σεφέρης
Στήνουμε θέατρα καὶ τὰ χαλνοῦμε
ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε
στήνουμε θέατρα καὶ σκηνικά,
ὅμως ἡ μοίρα μας πάντα νικᾶ.
Καὶ τὰ σαρώνει καὶ μᾶς σαρώνει
καὶ τοὺς θεατρίνους καὶ τὸ θεατρώνη
ὑποβολέα καὶ μουσικοὺς
στοὺς πέντε ἀνέμους τοὺς βιαστικούς.
Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες αἰσθήματα, πέπλα στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι καὶ κραυγὲς
κι ἐπιφωνήματα καὶ χαραυγὲς
ριγμένα ἀνάκατα μαζὶ μ᾿ ἐμᾶς
(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς;)
Πάνω ἀπ᾿ τὸ δέρμα μας γυμνὰ τὰ νεῦρα
σὰν τὶς λουρίδες ὀνάγρου ἢ ζέβρα
γυμνὰ κι ἀνάερα, στεγνὰ στὴν κάψα
(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν!)
Καὶ τεντωμένα σὰν τὶς χορδὲς
μιᾶς λύρας ποὺ ὁλοένα βουίζει. Δὲς
καὶ τὴν καρδιά μας ἕνα σφουγγάρι,
στὸ δρόμο σέρνεται καὶ στὸ παζάρι
πίνοντας τὸ αἷμα καὶ τὴ χολὴ
καὶ τοῦ τετράρχη καὶ τοῦ ληστῆ.
1944, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β΄
Στήνουμε θέατρα καὶ τὰ χαλνοῦμε
ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε
στήνουμε θέατρα καὶ σκηνικά,
ὅμως ἡ μοίρα μας πάντα νικᾶ.
Καὶ τὰ σαρώνει καὶ μᾶς σαρώνει
καὶ τοὺς θεατρίνους καὶ τὸ θεατρώνη
ὑποβολέα καὶ μουσικοὺς
στοὺς πέντε ἀνέμους τοὺς βιαστικούς.
Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες αἰσθήματα, πέπλα στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι καὶ κραυγὲς
κι ἐπιφωνήματα καὶ χαραυγὲς
ριγμένα ἀνάκατα μαζὶ μ᾿ ἐμᾶς
(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς;)
Πάνω ἀπ᾿ τὸ δέρμα μας γυμνὰ τὰ νεῦρα
σὰν τὶς λουρίδες ὀνάγρου ἢ ζέβρα
γυμνὰ κι ἀνάερα, στεγνὰ στὴν κάψα
(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν!)
Καὶ τεντωμένα σὰν τὶς χορδὲς
μιᾶς λύρας ποὺ ὁλοένα βουίζει. Δὲς
καὶ τὴν καρδιά μας ἕνα σφουγγάρι,
στὸ δρόμο σέρνεται καὶ στὸ παζάρι
πίνοντας τὸ αἷμα καὶ τὴ χολὴ
καὶ τοῦ τετράρχη καὶ τοῦ ληστῆ.
1944, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β΄
Ἐπὶ Ἀσπαλάθων - Γιῶργος Σεφέρης
Ἐπὶ Ἀσπαλάθων - Γιῶργος Σεφέρης
Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν ἀκόμη...
Γαλήνη
-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;
Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος
1971
Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν ἀκόμη...
Γαλήνη
-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;
Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος
1971
Ἑλένη - Γιῶργος Σεφέρης
Ἑλένη - Γιῶργος Σεφέρης
ΤΕΥΚΡΟΣ ... ές γῆν ἐναλίαν Κύπρον οὗ μ' ἐθέσπισεν
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικόν
Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
.........................................................
ΕΛΕΝΗ: Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωάδ' , ἀλλ' εἴδωλον ἦν.
.............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τί φῂς;
Νεφέλης ἄρ' ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ
οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικόν
Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.
.........................................................
ΕΛΕΝΗ: Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωάδ' , ἀλλ' εἴδωλον ἦν.
.............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τί φῂς;
Νεφέλης ἄρ' ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ
«Τ' ἀηδόνια δὲ σ' ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ἀἠδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,
σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους
στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχές
αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.
Τυφλὴ φωνή, ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη
βήματα καὶ χειρονομίες· δὲ θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ φιλήματα·
καὶ τὸ πικρὸ τρικύμισμα τῆς ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ' ἀηδόνια δὲ σ' ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ποιές εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιός τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;
Ἔζησα τὴ ζωή μου ἀκούγοντας ὀνόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες τῶν ἀνθρώπων
ἢ τῶν θεῶν·
ἡ μοῖρα μοῦ ποὺ κυματίζει
ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα
καὶ μιὰν ἄλλη Σαλαμῖνα
μ' ἔφερε ἐδῶ σ' αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.
Τὸ φεγγάρι
βγῆκε ἀπ' τὸ πέλαγο σὰν Ἀφροδίτη·
σκέπασε τ' ἄστρα τοῦ Τοξότη, τώρα πάει νά 'βρει
τὴν καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ, κι ὅλα τ' ἀλλάζει.
Ποῦ εἶν’ ἡ ἀλήθεια;
Ἤμουν κι ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης·
τὸ ριζικό μου, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε.
Ἀἠδόνι ποιητάρη,
σὰν καὶ μιὰ τέτοια νύχτα στ' ἀκροθαλάσσι τοῦ Πρωτέα
σ' ἄκουσαν οἱ σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι ἔσυραν τὸ θρῆνο,
κι ἀνάμεσό τους-ποιός θὰ τό 'λεγε-ἡ Ἑλένη!
Αὐτὴ ποὺ κυνηγούσαμε χρόνια στὸ Σκάμαντρο.
Ἦτὰν ἐκεῖ, στὰ χείλια τῆς ἐρήμου· τὴν ἄγγιξα, μοῦ μίλησε:
«Δὲν εἶν' ἀλήθεια, δὲν εἶν' ἀλήθεια» φώναζε.
«Δὲν μπῆκα στὸ γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτὲ δὲν πάτησα τὴν ἀντρειωμένη Τροία».
Μὲ τὸ βαθὺ στηθόδεσμο, τὸν ἥλιο στὰ μαλλιά, κι αὐτὸ τὸ ἀνάστημα
ἴσκιοι καὶ χαμόγελα παντοῦ
στοὺς ὤμους στοὺς μηροὺς στὰ γόνατα·
ζωντανὸ δέρμα, καὶ τὰ μάτια
μὲ τὰ μεγάλα βλέφαρα,
ἦταν ἐκεῖ, στὴν ὄχθη ἑνὸς Δέλτα.
Καὶ στὴν Τροία;
Τίποτε στὴν Τροία-ἕνα εἴδωλο.
Ἔτσι τὸ θέλαν οἱ θεοί.
Κι ὁ Πάρης, μ' ἕναν ἴσκιο πλάγιαζε σὰ νὰ ἦταν πλάσμα ἀτόφιο·
κι ἐμεῖς σφαζόμασταν γιὰ τὴν Ἑλένη δέκα χρόνια.
Μεγάλος πόνος εἶχε πέσει στὴν Ἑλλάδα.
Τόσα κορμιὰ ῥιγμένα
στὰ σαγόνια τῆς θάλασσας στὰ σαγόνια τῆς γῆς·
τόσες ψυχές
δοσμένες στὶς μυλόπετρες, σὰν τὸ σιτάρι.
Κι οἱ ποταμοὶ φουσκώναν μὲς στὴ λάσπη τὸ αἷμα
γιὰ ἕνα λινὸ κυμάτισμα γιὰ μιὰ νεφέλη
μιᾶς πεταλούδας τίναγμα τὸ πούπουλο ἑνὸς κύκνου
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, γιὰ μιὰν Ἑλένη.
Κι ὁ ἀδερφός μου;
Ἀἠδόνι ἀηδόνι ἀηδόνι,
τ' εἶναι θεός; τί μὴ θεός; καὶ τί τ' ἀνάμεσό τους;
«Τ' ἀηδόνια δὲ σ' ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Δακρυσμένο πουλί,
στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ' αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πῶς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν
τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν·
ἂν εἶναι ἀλήθεια
πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,
ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη
ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο
εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,
δὲν τό 'χει μὲς στὴ μοῖρα του ν' ἀκούσει
μαντατοφόρους ποὺ ἔρχουνται νὰ ποῦνε
πὼς τόσος πόνος τόση ζωή
πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἄδειανό γιὰ μιὰν Ἑλένη.
1955, Κύπρον, οὗ μ᾿ ἐθέσπισεν
ᾨδὴ Ἑβδόμη, Εἰς Πάργαν - Ἀνδρέας Κάλβος
ᾨδὴ Ἑβδόμη, Εἰς Πάργαν - Ἀνδρέας Κάλβος
α´.
Σοβαρόν, ὑψηλὸν
δόσε τόνον ὦ Λύρα·
λάβε ἀστραπήν, καὶ ἦθος
λάβε νοός, ὑμνοῦμεν
ἔνδοξον ἔργον.
β´.
Διαπρεπῆ οἱ ἀθάνατοι
ἔδωσαν τῶν ἀνθρώπων
καὶ ἀτίμητα δῶρα·
ἀγάπην, ἀρετήν,
εὔσπλαγχνον στῆθος.
γ´.
Ἀλλὰ καὶ φρενῶν πτέρωμα·
ὅπως, ὅταν ἡ τύχη
εἰς τὰ κρημνὰ τοῦ βίου
τῆς ἁμάξης πλαγίαν
τὴν ὁρμὴν φέρῃ·
δ´.
Ἡμεῖς, ὡς τὰς κλαγγὰς
εἰς τὰ σύννεφα ἀφίνει
ὁ μέγας ἀετὸς
καὶ εἰς τὰ βαθέα λαγγάδια
ἀφροὺς καὶ βράχους·
ε´.
Ὁμοίως ὑπερπετάξαντες,
μακρὰν ὀπίσω ἰδῶμεν
τὴν ὀργὴν τῶν τροχῶν
ἀπὸ τυφλᾶς ἠνίας
διασυρομένων.
ς´.
Ὡς ἀγλαὰ τοσαῦτα
δῶρα δοξολογοῦνται,
ἀλλὰ πολὺ ἀγλαότερον
ὁ νοῦς ὁποὺ ἀποφεύγει
τὴν δουλωσύνην.
ζ´.
Ὑποκυμαινομένους
δασέας ἐλαιῶνας
ἡ Πάργα ὑψηλοκάρηνος
βλέπει· καὶ αὐτὴν ὁ Ἄρης
ὑπερεφίλει.
η´.
Ἀλλὰ μόλις ἡ χάλαζα
ἔπαυε τοῦ πολέμου,
καὶ σὺ Δάματρα ἐχάριζες
τὸν δαψιλὴν χρυσόν,
πόθος Ζεφύρων.
θ´.
Ἔχεον πολυάριθμα
μελισσῶν ἔθνη οἱ σίμβλοι
τῆς Πάργας, βομβηδὸν
εἰς τὸν πολὺν ἐπέταον
καρπὸν λυαῖον.
ι´.
Καλός, γλυκὺς ὁ ἀέρας
ὁποὺ πρῶτον ἐπίναμεν,
καὶ ἡ θρέπτειρα γῆ
ἀπὸ τὸν ἵδρωτά μας
πεποτισμένη.
ια´.
Ὅμως διὰ ποῖον οἱ δοῦλοι
πίνουσι τὸν ἀέρα;
κεντάουσι τὸ ἄροτρον
καὶ πολὺν στάζουν κόπον
ὅμως διὰ ποῖον;
ιβ´.
Ψυχὴ ἀνδρικὴ ἀπορρίπτει
φρόνημα χαμερπές·
ἀπὸ τὸ ἀμβροσίοδμον
στόμα τῶν αἰωνίων
ἡ γνώμη ρέει.
ιγ´.
Τῶν πολλῶν τὰ συμπόσια
ὁ στίχος ἐπιτρέχει·
βραχυχρόνιος ἠχὼ
τὴν σιγὴν δὲν ἐτάραξε
τῆς δουλωσύνης.
ιδ´.
Σεῖς μόνοι ὁποὺ ἐκλαδεύατε
τὴν Παργινὴν ἐλαίαν,
σεῖς ἀπότον ἀθάνατον
λόγον μόνον ἐτράφητε,
ἐσεῖς ὦ ἀνδρεῖοι.
ιε´.
Τὰ συνήθη χωράφια
ἀφίνοντες ἐφύγατε
τὸν ζυγόν, προτιμῶντες
τὴν πικρὰν ξενιτείαν
καὶ τὴν πενίαν.
ις´.
Πλήν, τῆς ἐπιστροφῆς
ἐχάραξεν ἡ ἡμέρα.
Πάντοτε οἱ ἐπουράνιοι
μεγαλόθυμον γένος
ὑπερασπίζουν.
ιζ´.
Ἐκεῖ ὁποὺ ἐκαύσατε,
(ἑλληνικὴ φροντίδα!)
τῶν προγόνων τὰ λείψανα,
πάλιν ᾑ πρόνοοι χεῖρες
ἐκεῖ σᾶς φέρνουν.
1824, Λύρα
α´.
Σοβαρόν, ὑψηλὸν
δόσε τόνον ὦ Λύρα·
λάβε ἀστραπήν, καὶ ἦθος
λάβε νοός, ὑμνοῦμεν
ἔνδοξον ἔργον.
β´.
Διαπρεπῆ οἱ ἀθάνατοι
ἔδωσαν τῶν ἀνθρώπων
καὶ ἀτίμητα δῶρα·
ἀγάπην, ἀρετήν,
εὔσπλαγχνον στῆθος.
γ´.
Ἀλλὰ καὶ φρενῶν πτέρωμα·
ὅπως, ὅταν ἡ τύχη
εἰς τὰ κρημνὰ τοῦ βίου
τῆς ἁμάξης πλαγίαν
τὴν ὁρμὴν φέρῃ·
δ´.
Ἡμεῖς, ὡς τὰς κλαγγὰς
εἰς τὰ σύννεφα ἀφίνει
ὁ μέγας ἀετὸς
καὶ εἰς τὰ βαθέα λαγγάδια
ἀφροὺς καὶ βράχους·
ε´.
Ὁμοίως ὑπερπετάξαντες,
μακρὰν ὀπίσω ἰδῶμεν
τὴν ὀργὴν τῶν τροχῶν
ἀπὸ τυφλᾶς ἠνίας
διασυρομένων.
ς´.
Ὡς ἀγλαὰ τοσαῦτα
δῶρα δοξολογοῦνται,
ἀλλὰ πολὺ ἀγλαότερον
ὁ νοῦς ὁποὺ ἀποφεύγει
τὴν δουλωσύνην.
ζ´.
Ὑποκυμαινομένους
δασέας ἐλαιῶνας
ἡ Πάργα ὑψηλοκάρηνος
βλέπει· καὶ αὐτὴν ὁ Ἄρης
ὑπερεφίλει.
η´.
Ἀλλὰ μόλις ἡ χάλαζα
ἔπαυε τοῦ πολέμου,
καὶ σὺ Δάματρα ἐχάριζες
τὸν δαψιλὴν χρυσόν,
πόθος Ζεφύρων.
θ´.
Ἔχεον πολυάριθμα
μελισσῶν ἔθνη οἱ σίμβλοι
τῆς Πάργας, βομβηδὸν
εἰς τὸν πολὺν ἐπέταον
καρπὸν λυαῖον.
ι´.
Καλός, γλυκὺς ὁ ἀέρας
ὁποὺ πρῶτον ἐπίναμεν,
καὶ ἡ θρέπτειρα γῆ
ἀπὸ τὸν ἵδρωτά μας
πεποτισμένη.
ια´.
Ὅμως διὰ ποῖον οἱ δοῦλοι
πίνουσι τὸν ἀέρα;
κεντάουσι τὸ ἄροτρον
καὶ πολὺν στάζουν κόπον
ὅμως διὰ ποῖον;
ιβ´.
Ψυχὴ ἀνδρικὴ ἀπορρίπτει
φρόνημα χαμερπές·
ἀπὸ τὸ ἀμβροσίοδμον
στόμα τῶν αἰωνίων
ἡ γνώμη ρέει.
ιγ´.
Τῶν πολλῶν τὰ συμπόσια
ὁ στίχος ἐπιτρέχει·
βραχυχρόνιος ἠχὼ
τὴν σιγὴν δὲν ἐτάραξε
τῆς δουλωσύνης.
ιδ´.
Σεῖς μόνοι ὁποὺ ἐκλαδεύατε
τὴν Παργινὴν ἐλαίαν,
σεῖς ἀπότον ἀθάνατον
λόγον μόνον ἐτράφητε,
ἐσεῖς ὦ ἀνδρεῖοι.
ιε´.
Τὰ συνήθη χωράφια
ἀφίνοντες ἐφύγατε
τὸν ζυγόν, προτιμῶντες
τὴν πικρὰν ξενιτείαν
καὶ τὴν πενίαν.
ις´.
Πλήν, τῆς ἐπιστροφῆς
ἐχάραξεν ἡ ἡμέρα.
Πάντοτε οἱ ἐπουράνιοι
μεγαλόθυμον γένος
ὑπερασπίζουν.
ιζ´.
Ἐκεῖ ὁποὺ ἐκαύσατε,
(ἑλληνικὴ φροντίδα!)
τῶν προγόνων τὰ λείψανα,
πάλιν ᾑ πρόνοοι χεῖρες
ἐκεῖ σᾶς φέρνουν.
1824, Λύρα
ᾨδὴ Τετάρτη, Εἰς Σάμον - Ἀνδρέας Κάλβος
ᾨδὴ Τετάρτη, Εἰς Σάμον - Ἀνδρέας Κάλβος
α´.
Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι·
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία.
β´.
Αὐτὴ (καὶ ὁ μῦθος κρύπτει
νοῦν ἀληθείας) ἐπτέρωσε
τὸν Ἴκαρον· καὶ ἂν ἔπεσεν
ὁ πτερωθεὶς κ᾿ ἐπνίγη
θαλασσωμένος·
γ´.
Ἀφ᾿ ὑψηλὰ ὅμως ἔπεσε,
καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος. -
Ἂν γένῃς σφάγιον ἄτιμον
ἑνὸς τυράννου, νόμιζε
φρικτὸν τὸν τάφον.
δ´.
Μοῦσα τὸ Ἰκάριον πέλαγος
ἔχεις γνωστόν. Νά ἡ Πάτμος,
νά αἱ Κορασσίαι, κ᾿ ἡ Κάλυμνα
ποὺ τρέφει τὰς μελίσσας
μὲ᾿ ἀθέριστα ἄνθη.
ε´.
Νά τῆς ἀλόης ἡ νῆσος,
καὶ ἡ Κῶς εὐτυχεστάτη,
ἥ τις τοῦ κόσμου ἐχάρισε
τὸν Ἀπελλῆν καὶ ἀθάνατον
τὸν Ἱπποκράτην.
ς´.
Ἰδοὺ καὶ ὁ μέγας τρόμος
τῆς Ἀσίας γῆς, ἡ Σάμος·
πλέξε δι᾿ αὐτὴν τὸν στέφανον
ὑμνητικὸν καὶ αἰώνιον
λυρικὴ κόρη.
ζ´.
Αὐτοῦ, ἐνθυμᾶσαι, ἐγέμιζες
τοῦ τέιου Ἀνακρέοντος
χαρμόσυνον κρατῆρα,
κ᾿ ἔστρωνες διὰ τὸν γέροντα
δροσόεντα ρόδα.
η´.
Αὐτοῦ, τοῦ Ὁμήρου ἐδίδασκες
τὰ δάκτυλα ῾νὰ τρέχουσι
μὲ᾿ τὴν ᾠδὴν συμφώνως,
ὅταν τὰ ἔργα ἱστόρει
θεῶν καὶ ἡρῴων.
θ´.
Αὐτοῦ, τὰ χρυσὰ ἔπη
ἐμψύχωνες ἐκείνου,
δι᾿ οὗ τὰ νέφη ἐσχίσθησαν
καὶ τῶν ἄστρων ἐφάνηκεν
ἡ ἁρμονία.
ι´.
Ὦ κατοικία Ζεφύρων,
ὅταν ἀλλοῦ τοῦ ἡλίου
καίουν τὰ βουνὰ ἡ ἀκτῖνες,
ἢ τὸν χειμῶνα ἡ νύκτα
κόπτῃ τὰς βρύσεις·
ια´.
Ἐσὺ ἀνθηρὸν τὸ στῆθος σου,
φαιδρὸν τὸν οὐρανὸν
ἔχεις, καὶ ἀπὸ τὰ δένδρα σου
πολλὴ πάντοτε κρέμεται
καρποφορία.
ιβ´.
Καθὼς προτοῦ νυκτώσῃ,
μέσα εἰς τὸν κυανόχροον
αἰθέρα, μόνος φαίνεται
λάμπων γλυκὺς ὁ ἀστέρας
τῆς Ἀφροδίτης.
ιγ´.
Καθὼς μυρτιὰ ὑπερήφανος
ἀπ᾿ ἄνθη φορτωμένη
καὶ ἀπὸ δροσιὰν ἀστράπτει,
ὅταν ἡ αὐγὴ χρυσόζωνος
τὴν χαιρετάῃ·
ιδ´.
Οὕτω τὸ κῦμα Ἰκάριον
κτυποῦσα ἡ βάρκα, βλέπει
σὲ εἷς τὰ νησία ἀνάμεσα
λαμπρὰν καὶ ὑψηλοτάτην,
καὶ ἀγαλλιάζει.
ιε´.
Τί ἐγίνηκαν ᾑ ἡμέραι,
ὅτε εἰς τὰς κορυφὰς
τοῦ Κερκετέως δενδρόεντος
ἐχόρευον ᾑ τέχναι
στεφανωμέναι.
ις´.
Ἔρχονται, ὦ μακαρία
νῆσος, ἔρχονται πάλιν·
τὸ προμηνύουσι τ᾿ ἄντρα σου
φλογώδη, ἐξ ὧν μυρίαι
μάχαιραι ἐκβαίνουν.
ιζ´.
Ὡς ᾑ σφῆκες μαζόνονται
ἐπὶ τὰ ὀλίγα λείψανα
σπαραγμένης ἐλάφου,
ἢ ταύρου ὁποὺ ἐκατάντησε
δεῖπνον λεαίνης,
ιη´.
Ἀλλ᾿ ἂν βροντήσῃ ἐξαίφνης,
πετάουν εὐθὺς καὶ ἀφίνουσι
τὴν ποθητὴν τροφήν,
ὑπὸ τὰ δένδρα φεύγουσαι
καὶ ὑπὸ τοὺς βράχους·
ιθ´.
Οὕτως, εἰς τὰ παράλια
ἀσιατικά, τὰ πλήθη
ἀγαρηνὰ ἀναρίθμητα
βλέπω ῾νὰ ἐπισωρεύονται,
ὅμως ματαίως.
κ´.
Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος
«οἱ Σάμιοι», κράζει, «οἱ Σάμιοι»
καὶ ἰδοὺ τὰ πόδια τρέμουσι
μυρίων ἀνδρῶν καὶ ἀλόγων
θορυβουμένων.
κα´.
«Οἱ Σάμιοι»· - καὶ ἐσκορπίσθησαν
τῶν ἀπίστων αἱ φάλαγγες. -
Ἄ, τί, ὦ δειλοί, δὲν μένετε
῾νὰ ἰδῆτε, ἂν τὸ σπαθί μας
κοπτερὸν ἦναι;
κβ´.
Ἔρχονται, πάλιν ἔρχονται
χαρᾶς ἡμέραι, ὦ Σάμος·
τὸ προμηνύουν οἱ θρίαμβοι
πολλοὶ καὶ θαυμαστοί,
ποὺ σὲ δοξάζουν.
κγ´.
Νῆσος λαμπρὰ εὐδαιμόνει·
ὅτε ἡ δουλεία σὲ ἀμαύρονε,
σ᾿ εἶδον· ἄμποτε νἄλθω
῾νὰ φιλήσω τὸ ἐλεύθερον
ἱερόν σου χῶμα.
κδ´.
Ἐὰν φιλοτιμούμεθα
῾νὰ τὴν ῾ξαναποκτήσωμεν
μ᾿ ἵδρωτα καὶ μὲ᾿ αἷμα,
καλὸν εἶναι τὸ καύχημα
τῆς ἀρχαίας δόξης.
1826, Λυρικά
α´.
Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι·
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία.
β´.
Αὐτὴ (καὶ ὁ μῦθος κρύπτει
νοῦν ἀληθείας) ἐπτέρωσε
τὸν Ἴκαρον· καὶ ἂν ἔπεσεν
ὁ πτερωθεὶς κ᾿ ἐπνίγη
θαλασσωμένος·
γ´.
Ἀφ᾿ ὑψηλὰ ὅμως ἔπεσε,
καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος. -
Ἂν γένῃς σφάγιον ἄτιμον
ἑνὸς τυράννου, νόμιζε
φρικτὸν τὸν τάφον.
δ´.
Μοῦσα τὸ Ἰκάριον πέλαγος
ἔχεις γνωστόν. Νά ἡ Πάτμος,
νά αἱ Κορασσίαι, κ᾿ ἡ Κάλυμνα
ποὺ τρέφει τὰς μελίσσας
μὲ᾿ ἀθέριστα ἄνθη.
ε´.
Νά τῆς ἀλόης ἡ νῆσος,
καὶ ἡ Κῶς εὐτυχεστάτη,
ἥ τις τοῦ κόσμου ἐχάρισε
τὸν Ἀπελλῆν καὶ ἀθάνατον
τὸν Ἱπποκράτην.
ς´.
Ἰδοὺ καὶ ὁ μέγας τρόμος
τῆς Ἀσίας γῆς, ἡ Σάμος·
πλέξε δι᾿ αὐτὴν τὸν στέφανον
ὑμνητικὸν καὶ αἰώνιον
λυρικὴ κόρη.
ζ´.
Αὐτοῦ, ἐνθυμᾶσαι, ἐγέμιζες
τοῦ τέιου Ἀνακρέοντος
χαρμόσυνον κρατῆρα,
κ᾿ ἔστρωνες διὰ τὸν γέροντα
δροσόεντα ρόδα.
η´.
Αὐτοῦ, τοῦ Ὁμήρου ἐδίδασκες
τὰ δάκτυλα ῾νὰ τρέχουσι
μὲ᾿ τὴν ᾠδὴν συμφώνως,
ὅταν τὰ ἔργα ἱστόρει
θεῶν καὶ ἡρῴων.
θ´.
Αὐτοῦ, τὰ χρυσὰ ἔπη
ἐμψύχωνες ἐκείνου,
δι᾿ οὗ τὰ νέφη ἐσχίσθησαν
καὶ τῶν ἄστρων ἐφάνηκεν
ἡ ἁρμονία.
ι´.
Ὦ κατοικία Ζεφύρων,
ὅταν ἀλλοῦ τοῦ ἡλίου
καίουν τὰ βουνὰ ἡ ἀκτῖνες,
ἢ τὸν χειμῶνα ἡ νύκτα
κόπτῃ τὰς βρύσεις·
ια´.
Ἐσὺ ἀνθηρὸν τὸ στῆθος σου,
φαιδρὸν τὸν οὐρανὸν
ἔχεις, καὶ ἀπὸ τὰ δένδρα σου
πολλὴ πάντοτε κρέμεται
καρποφορία.
ιβ´.
Καθὼς προτοῦ νυκτώσῃ,
μέσα εἰς τὸν κυανόχροον
αἰθέρα, μόνος φαίνεται
λάμπων γλυκὺς ὁ ἀστέρας
τῆς Ἀφροδίτης.
ιγ´.
Καθὼς μυρτιὰ ὑπερήφανος
ἀπ᾿ ἄνθη φορτωμένη
καὶ ἀπὸ δροσιὰν ἀστράπτει,
ὅταν ἡ αὐγὴ χρυσόζωνος
τὴν χαιρετάῃ·
ιδ´.
Οὕτω τὸ κῦμα Ἰκάριον
κτυποῦσα ἡ βάρκα, βλέπει
σὲ εἷς τὰ νησία ἀνάμεσα
λαμπρὰν καὶ ὑψηλοτάτην,
καὶ ἀγαλλιάζει.
ιε´.
Τί ἐγίνηκαν ᾑ ἡμέραι,
ὅτε εἰς τὰς κορυφὰς
τοῦ Κερκετέως δενδρόεντος
ἐχόρευον ᾑ τέχναι
στεφανωμέναι.
ις´.
Ἔρχονται, ὦ μακαρία
νῆσος, ἔρχονται πάλιν·
τὸ προμηνύουσι τ᾿ ἄντρα σου
φλογώδη, ἐξ ὧν μυρίαι
μάχαιραι ἐκβαίνουν.
ιζ´.
Ὡς ᾑ σφῆκες μαζόνονται
ἐπὶ τὰ ὀλίγα λείψανα
σπαραγμένης ἐλάφου,
ἢ ταύρου ὁποὺ ἐκατάντησε
δεῖπνον λεαίνης,
ιη´.
Ἀλλ᾿ ἂν βροντήσῃ ἐξαίφνης,
πετάουν εὐθὺς καὶ ἀφίνουσι
τὴν ποθητὴν τροφήν,
ὑπὸ τὰ δένδρα φεύγουσαι
καὶ ὑπὸ τοὺς βράχους·
ιθ´.
Οὕτως, εἰς τὰ παράλια
ἀσιατικά, τὰ πλήθη
ἀγαρηνὰ ἀναρίθμητα
βλέπω ῾νὰ ἐπισωρεύονται,
ὅμως ματαίως.
κ´.
Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος
«οἱ Σάμιοι», κράζει, «οἱ Σάμιοι»
καὶ ἰδοὺ τὰ πόδια τρέμουσι
μυρίων ἀνδρῶν καὶ ἀλόγων
θορυβουμένων.
κα´.
«Οἱ Σάμιοι»· - καὶ ἐσκορπίσθησαν
τῶν ἀπίστων αἱ φάλαγγες. -
Ἄ, τί, ὦ δειλοί, δὲν μένετε
῾νὰ ἰδῆτε, ἂν τὸ σπαθί μας
κοπτερὸν ἦναι;
κβ´.
Ἔρχονται, πάλιν ἔρχονται
χαρᾶς ἡμέραι, ὦ Σάμος·
τὸ προμηνύουν οἱ θρίαμβοι
πολλοὶ καὶ θαυμαστοί,
ποὺ σὲ δοξάζουν.
κγ´.
Νῆσος λαμπρὰ εὐδαιμόνει·
ὅτε ἡ δουλεία σὲ ἀμαύρονε,
σ᾿ εἶδον· ἄμποτε νἄλθω
῾νὰ φιλήσω τὸ ἐλεύθερον
ἱερόν σου χῶμα.
κδ´.
Ἐὰν φιλοτιμούμεθα
῾νὰ τὴν ῾ξαναποκτήσωμεν
μ᾿ ἵδρωτα καὶ μὲ᾿ αἷμα,
καλὸν εἶναι τὸ καύχημα
τῆς ἀρχαίας δόξης.
1826, Λυρικά
ᾨδὴ Πρώτη, Ὁ Φιλόπατρις - Ἀνδρέας Κάλβος
ᾨδὴ Πρώτη, Ὁ Φιλόπατρις - Ἀνδρέας Κάλβος
α´.
Ὦ φιλτάτη πατρίς,
ὦ θαυμασία νῆσος,
Ζάκυνθε· σὺ μοῦ ἔδωκας
τὴν πνοήν, καὶ τοῦ Ἀπόλλωνος
τὰ χρυσὰ δῶρα!
β´.
Καὶ σὺ τὸν ὕμνον δέξου·
ἐχθαίρουσιν οἱ Ἀθάνατοι
τὴν ψυχήν, καὶ βροντάουσιν
ἐπὶ τὰς κεφαλὰς
τῶν ἀχαρίστων.
γ´.
Ποτὲ δὲν σὲ ἐλησμόνησα,
ποτέ· - Καὶ ἡ τύχη μ᾿ ἔρριψε
μακρὰ ἀπόσε· μὲ εἶδε
τὸ πέμπτον τοῦ αἰῶνος
εἰς ξένα ἔθνη.
δ´.
Ἀλλὰ εὐτυχής, ἢ δύστηνος
ὅταν τὸ φῶς ἐπλούτη
τὰ βουνά, καὶ τὰ κύματα,
σὲ ἐμπρὸς τῶν ὀφθαλμῶν μου
πάντοτες εἶχον.
ε´.
Σύ, ὅταν τὰ οὐράνια
ρόδα μὲ᾿ τὸ ἀμαυρότατον
πέπλον σκεπάζῃ ἡ νύκτα,
σὺ εἶσαι τῶν ὀνείρων μου
ἡ χαρὰ μόνη.
ς´.
Τὰ βήματά μου ἐφώτισε
ποτὲ εἰς τὴν Αὐσονίαν,
γῆ μακαρία, ὁ ἥλιος·
κεῖ καθαρὸς ὁ ἀέρας
πάντα γελάει.
ζ´.
Ἐκεῖ ὁ λαὸς ηὐτύχησεν·
ἐκεῖ ᾑ Παρνάσιαι κόραι
χορεύουν, καὶ τὸ λύσιον
φύλλον αὐτῶν τὴν λύραν
κεῖ στεφανώνει.
η´.
Ἄγρια, μεγάλα τρέχουσι
τὰ νερὰ τῆς θαλάσσης,
καὶ ρίπτονται, καὶ σχίζονται
βίαια ἐπὶ τοὺς βράχους
ἀλβιονείους.
θ´.
Ἀδειάζει ἐπὶ τὰς ὄχθας
τοῦ κλεινοῦ Ταμησσοῦ,
καὶ δύναμιν, καὶ δόξαν,
καὶ πλοῦτον ἀναρίθμητον
τὸ ἀμαλθεῖον.
ι´.
Ἐκεῖ τὸ αἰόλιον φύσημα
μ᾿ ἔφερεν· ᾑ ἀκτῖνες
μ᾿ ἔθρεψαν, μ᾿ ἐθεράπευσαν
τῆς ὑπεργλυκυτάτης
ἐλευθερίας.
ια´.
Καὶ τοὺς ναούς σου ἐθαύμασα
τῶν Κελτῶν ἱερὰ
πόλις· τοῦ λόγου ποία,
ποία εἰς ἐσὲ τοῦ πνεύματος
λείπει ἀφροδίτη;
ιβ´.
Χαῖρε Αὐσονία, χαῖρε
καὶ σὺ Ἀλβιών, χαιρέτωσαν
τὰ ἔνδοξα Παρίσια·
ὡραία καὶ μόνη ἡ Ζάκυνθος
μὲ κυριεύει.
ιγ´.
Τῆς Ζακύνθου τὰ δάση,
καὶ τὰ βουνὰ σκιώδη,
ἤκουον ποτὲ σημαίνοντα
τὰ θεῖα τῆς Ἀρτέμιδος
ἀργυρᾶ τόξα.
ιδ´.
Καὶ σήμερον τὰ δένδρα,
καὶ τὰς πηγὰς σεβάζονται
δροσερὰς οἱ ποιμένες·
αὐτοῦ πλανῶνται ἀκόμα
ᾑ Νηρηΐδες.
ιε´.
Τὸ κῦμα ἰώνιον πρῶτον
ἐφίλησε τὸ σῶμα·
πρῶτοι οἱ ἰώνιοι Ζέφυροι
ἐχάϊδευσαν τὸ στῆθος
τῆς Κυθερείας.
ις´.
K᾿ ὅταν τὸ ἑσπέριον ἄστρον
ὁ οὐρανὸς ἀνάπτῃ,
καὶ πλέωσι γέμοντα ἔρωτος
καὶ φωνῶν μουσικῶν
θαλάσσια ξύλα·
ιζ´.
Φιλεῖ τὸ ἴδιον κῦμα,
οἱ αὐτοὶ χαϊδεύουν Ζέφυροι
τὸ σῶμα καὶ τὸ στῆθος
τῶν λαμπρῶν Ζακυνθίων
ἄνθος παρθένων.
ιη´.
Μοσχοβολάει τὸ κλίμα σου,
ὦ φιλτάτη πατρίς μου,
καὶ πλουτίζει τὸ πέλαγος
ἀπὸ τὴν μυρωδίαν
τῶν χρυσῶν κήτρων.
ιθ´.
Σταφυλοφόρους ρίζας,
ἐλαφρά, καθαρά,
διαφανῆ τὰ σύννεφα
ὁ βασιλεὺς σοῦ ἐχάρισε
τῶν Ἀθανάτων.
κ´.
Ἡ λαμπὰς ἡ αἰώνιος
σοῦ βρέχει τὴν ἡμέραν
τοὺς καρπούς, καὶ τὰ δάκρυα
γίνονται τῆς νυκτὸς
εἰς ἐσὲ κρίνοι.
κα´.
Δὲν ἔμεινεν ἔαν ἔπεσε
ποτὲ εἰς τὸ πρόσωπόν σου
ἡ χιών· δὲν ἐμάρανε
ποτὲ ὁ θερμὸς Κύων,
τὰ σμάραγδά σου.
κβ´.
Εἶσαι εὐτυχής· καὶ πλέον
σὲ λέγω εὐτυχεστέραν,
ὅτι σὺ δὲν ἐγνώρισας
ποτὲ τὴν σκληρὰν μάστιγα
ἐχθρῶν, τυράννων.
κγ´.
Ἂς μὴ μοῦ δώσῃ ἡ μοίρα μου
εἰς ξένην γῆν τὸν τάφον·
εἶναι γλυκὺς ὁ θάνατος
μόνον ὅταν κοιμώμεθα
εἰς τὴν πατρίδα.
1824, Λύρα
α´.
Ὦ φιλτάτη πατρίς,
ὦ θαυμασία νῆσος,
Ζάκυνθε· σὺ μοῦ ἔδωκας
τὴν πνοήν, καὶ τοῦ Ἀπόλλωνος
τὰ χρυσὰ δῶρα!
β´.
Καὶ σὺ τὸν ὕμνον δέξου·
ἐχθαίρουσιν οἱ Ἀθάνατοι
τὴν ψυχήν, καὶ βροντάουσιν
ἐπὶ τὰς κεφαλὰς
τῶν ἀχαρίστων.
γ´.
Ποτὲ δὲν σὲ ἐλησμόνησα,
ποτέ· - Καὶ ἡ τύχη μ᾿ ἔρριψε
μακρὰ ἀπόσε· μὲ εἶδε
τὸ πέμπτον τοῦ αἰῶνος
εἰς ξένα ἔθνη.
δ´.
Ἀλλὰ εὐτυχής, ἢ δύστηνος
ὅταν τὸ φῶς ἐπλούτη
τὰ βουνά, καὶ τὰ κύματα,
σὲ ἐμπρὸς τῶν ὀφθαλμῶν μου
πάντοτες εἶχον.
ε´.
Σύ, ὅταν τὰ οὐράνια
ρόδα μὲ᾿ τὸ ἀμαυρότατον
πέπλον σκεπάζῃ ἡ νύκτα,
σὺ εἶσαι τῶν ὀνείρων μου
ἡ χαρὰ μόνη.
ς´.
Τὰ βήματά μου ἐφώτισε
ποτὲ εἰς τὴν Αὐσονίαν,
γῆ μακαρία, ὁ ἥλιος·
κεῖ καθαρὸς ὁ ἀέρας
πάντα γελάει.
ζ´.
Ἐκεῖ ὁ λαὸς ηὐτύχησεν·
ἐκεῖ ᾑ Παρνάσιαι κόραι
χορεύουν, καὶ τὸ λύσιον
φύλλον αὐτῶν τὴν λύραν
κεῖ στεφανώνει.
η´.
Ἄγρια, μεγάλα τρέχουσι
τὰ νερὰ τῆς θαλάσσης,
καὶ ρίπτονται, καὶ σχίζονται
βίαια ἐπὶ τοὺς βράχους
ἀλβιονείους.
θ´.
Ἀδειάζει ἐπὶ τὰς ὄχθας
τοῦ κλεινοῦ Ταμησσοῦ,
καὶ δύναμιν, καὶ δόξαν,
καὶ πλοῦτον ἀναρίθμητον
τὸ ἀμαλθεῖον.
ι´.
Ἐκεῖ τὸ αἰόλιον φύσημα
μ᾿ ἔφερεν· ᾑ ἀκτῖνες
μ᾿ ἔθρεψαν, μ᾿ ἐθεράπευσαν
τῆς ὑπεργλυκυτάτης
ἐλευθερίας.
ια´.
Καὶ τοὺς ναούς σου ἐθαύμασα
τῶν Κελτῶν ἱερὰ
πόλις· τοῦ λόγου ποία,
ποία εἰς ἐσὲ τοῦ πνεύματος
λείπει ἀφροδίτη;
ιβ´.
Χαῖρε Αὐσονία, χαῖρε
καὶ σὺ Ἀλβιών, χαιρέτωσαν
τὰ ἔνδοξα Παρίσια·
ὡραία καὶ μόνη ἡ Ζάκυνθος
μὲ κυριεύει.
ιγ´.
Τῆς Ζακύνθου τὰ δάση,
καὶ τὰ βουνὰ σκιώδη,
ἤκουον ποτὲ σημαίνοντα
τὰ θεῖα τῆς Ἀρτέμιδος
ἀργυρᾶ τόξα.
ιδ´.
Καὶ σήμερον τὰ δένδρα,
καὶ τὰς πηγὰς σεβάζονται
δροσερὰς οἱ ποιμένες·
αὐτοῦ πλανῶνται ἀκόμα
ᾑ Νηρηΐδες.
ιε´.
Τὸ κῦμα ἰώνιον πρῶτον
ἐφίλησε τὸ σῶμα·
πρῶτοι οἱ ἰώνιοι Ζέφυροι
ἐχάϊδευσαν τὸ στῆθος
τῆς Κυθερείας.
ις´.
K᾿ ὅταν τὸ ἑσπέριον ἄστρον
ὁ οὐρανὸς ἀνάπτῃ,
καὶ πλέωσι γέμοντα ἔρωτος
καὶ φωνῶν μουσικῶν
θαλάσσια ξύλα·
ιζ´.
Φιλεῖ τὸ ἴδιον κῦμα,
οἱ αὐτοὶ χαϊδεύουν Ζέφυροι
τὸ σῶμα καὶ τὸ στῆθος
τῶν λαμπρῶν Ζακυνθίων
ἄνθος παρθένων.
ιη´.
Μοσχοβολάει τὸ κλίμα σου,
ὦ φιλτάτη πατρίς μου,
καὶ πλουτίζει τὸ πέλαγος
ἀπὸ τὴν μυρωδίαν
τῶν χρυσῶν κήτρων.
ιθ´.
Σταφυλοφόρους ρίζας,
ἐλαφρά, καθαρά,
διαφανῆ τὰ σύννεφα
ὁ βασιλεὺς σοῦ ἐχάρισε
τῶν Ἀθανάτων.
κ´.
Ἡ λαμπὰς ἡ αἰώνιος
σοῦ βρέχει τὴν ἡμέραν
τοὺς καρπούς, καὶ τὰ δάκρυα
γίνονται τῆς νυκτὸς
εἰς ἐσὲ κρίνοι.
κα´.
Δὲν ἔμεινεν ἔαν ἔπεσε
ποτὲ εἰς τὸ πρόσωπόν σου
ἡ χιών· δὲν ἐμάρανε
ποτὲ ὁ θερμὸς Κύων,
τὰ σμάραγδά σου.
κβ´.
Εἶσαι εὐτυχής· καὶ πλέον
σὲ λέγω εὐτυχεστέραν,
ὅτι σὺ δὲν ἐγνώρισας
ποτὲ τὴν σκληρὰν μάστιγα
ἐχθρῶν, τυράννων.
κγ´.
Ἂς μὴ μοῦ δώσῃ ἡ μοίρα μου
εἰς ξένην γῆν τὸν τάφον·
εἶναι γλυκὺς ὁ θάνατος
μόνον ὅταν κοιμώμεθα
εἰς τὴν πατρίδα.
1824, Λύρα
Ἰδανικοὶ αὐτόχειρες - Κώστας Καρυωτάκης
Ἰδανικοὶ αὐτόχειρες - Κώστας Καρυωτάκης
Γυρίζουν τὸ κλειδὶ στὴν πόρτα, παίρνουν
τὰ παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ἥσυχα, κι ἔπειτα σέρνουν
γιὰ τελευταία φορὰ τὰ βήματά τους.
Ἦταν ἡ ζωή τους, λένε, τραγῳδία.
Θεέ μου, τὸ φρικτὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων,
τὰ δάκρυα, ὁ ἵδρως, ἡ νοσταλγία
τῶν οὐρανῶν, ἡ ἐρημιὰ τῶν τόπων.
Στέκονται στὸ παράθυρο, κοιτᾶνε
τὰ δέντρα, τὰ παιδιά, πέρα τὴ φύση,
τοὺς μαρμαράδες ποὺ σφυροκοπᾶνε,
τὸν ἥλιο ποὺ γιὰ πάντα θέλει δύσει.
Ὅλα τελείωσαν. Τὸ σημείωμα νά το,
σύντομο, ἁπλό, βαθύ, καθὼς ταιριάζει,
ἀδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
γιὰ κεῖνον ποὺ θὰ κλαίει καὶ θὰ διαβάζει.
Βλέπουν τὸν καθρέφτη, βλέπουν τὴν ὥρα,
ρωτοῦν ἂν εἶναι τρέλα τάχα ἢ λάθος,
«ὅλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πὼς θ᾿ ἀναβάλουν βέβαιοι κατὰ βάθος.
1927, Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες
Γυρίζουν τὸ κλειδὶ στὴν πόρτα, παίρνουν
τὰ παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ἥσυχα, κι ἔπειτα σέρνουν
γιὰ τελευταία φορὰ τὰ βήματά τους.
Ἦταν ἡ ζωή τους, λένε, τραγῳδία.
Θεέ μου, τὸ φρικτὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων,
τὰ δάκρυα, ὁ ἵδρως, ἡ νοσταλγία
τῶν οὐρανῶν, ἡ ἐρημιὰ τῶν τόπων.
Στέκονται στὸ παράθυρο, κοιτᾶνε
τὰ δέντρα, τὰ παιδιά, πέρα τὴ φύση,
τοὺς μαρμαράδες ποὺ σφυροκοπᾶνε,
τὸν ἥλιο ποὺ γιὰ πάντα θέλει δύσει.
Ὅλα τελείωσαν. Τὸ σημείωμα νά το,
σύντομο, ἁπλό, βαθύ, καθὼς ταιριάζει,
ἀδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
γιὰ κεῖνον ποὺ θὰ κλαίει καὶ θὰ διαβάζει.
Βλέπουν τὸν καθρέφτη, βλέπουν τὴν ὥρα,
ρωτοῦν ἂν εἶναι τρέλα τάχα ἢ λάθος,
«ὅλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πὼς θ᾿ ἀναβάλουν βέβαιοι κατὰ βάθος.
1927, Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες
Πρέβεζα - Κώστας Καρυωτάκης
Πρέβεζα - Κώστας Καρυωτάκης
Θάνατος εἶναι οἱ κάργες ποὺ χτυπιοῦνται
στοὺς μαύρους τοίχους καὶ τὰ κεραμίδια,
θάνατος οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀγαπιοῦνται
καθὼς νὰ καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οἱ λεροί, ἀσήμαντοι δρόμοι
μὲ τὰ λαμπρά, μεγάλα ὀνόματά τους,
ὁ ἐλαιώνας, γύρω ἡ θάλασσα, κι ἀκόμη
ὁ ἥλιος, θάνατος μὲς στοὺς θανάτους.
Θάνατος ὁ ἀστυνόμος ποὺ διπλώνει
γιὰ νὰ ζυγίσῃ μία «ἐλλειπὴ» μερίδα,
θάνατος τὰ ζουμπούλια στὸ μπαλκόνι,
κι ὁ δάσκαλος μὲ τὴν ἐφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Ἐξηκονταρχία Πρεβέζης.
Τὴν Κυριακὴ θ᾿ ἀκούσουμε τὴν μπάντα.
Ἐπῆρα ἕνα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαὶ τριάντα.
Περπατώντας ἀργὰ στὴν προκυμαία,
«Ὑπάρχω;» λές, κ᾿ ὕστερα «δὲν ὑπάρχεις!»
Φτάνει τὸ πλοῖο. Ὑψωμένη σημαία.
Ἴσως ἔρχεται ὁ Κύριος Νομάρχης.
Ἂν τουλάχιστον, μέσα στοὺς ἀνθρώπους
αὐτούς, ἕνας ἐπέθαινε ἀπὸ ἀηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, μὲ σεμνοὺς τρόπους,
θὰ διασκεδάζαμε ὅλοι στὴν κηδεία.
1928
Θάνατος εἶναι οἱ κάργες ποὺ χτυπιοῦνται
στοὺς μαύρους τοίχους καὶ τὰ κεραμίδια,
θάνατος οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀγαπιοῦνται
καθὼς νὰ καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οἱ λεροί, ἀσήμαντοι δρόμοι
μὲ τὰ λαμπρά, μεγάλα ὀνόματά τους,
ὁ ἐλαιώνας, γύρω ἡ θάλασσα, κι ἀκόμη
ὁ ἥλιος, θάνατος μὲς στοὺς θανάτους.
Θάνατος ὁ ἀστυνόμος ποὺ διπλώνει
γιὰ νὰ ζυγίσῃ μία «ἐλλειπὴ» μερίδα,
θάνατος τὰ ζουμπούλια στὸ μπαλκόνι,
κι ὁ δάσκαλος μὲ τὴν ἐφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Ἐξηκονταρχία Πρεβέζης.
Τὴν Κυριακὴ θ᾿ ἀκούσουμε τὴν μπάντα.
Ἐπῆρα ἕνα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαὶ τριάντα.
Περπατώντας ἀργὰ στὴν προκυμαία,
«Ὑπάρχω;» λές, κ᾿ ὕστερα «δὲν ὑπάρχεις!»
Φτάνει τὸ πλοῖο. Ὑψωμένη σημαία.
Ἴσως ἔρχεται ὁ Κύριος Νομάρχης.
Ἂν τουλάχιστον, μέσα στοὺς ἀνθρώπους
αὐτούς, ἕνας ἐπέθαινε ἀπὸ ἀηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, μὲ σεμνοὺς τρόπους,
θὰ διασκεδάζαμε ὅλοι στὴν κηδεία.
1928
Μπαλάντα στοὺς Ἄδοξους Ποιητὲς τῶν Αἰώνων - Κώστας Καρυωτάκης
Μπαλάντα στοὺς Ἄδοξους Ποιητὲς τῶν Αἰώνων - Κώστας Καρυωτάκης
Ἀπὸ θεοὺς κι ἀνθρώπους μισημένοι,
σὰν ἄρχοντες ποὺ ἐξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οἱ Βερλαίν· τοὺς ἀπομένει
πλοῦτος ἡ ρίμα πλούσια καὶ ἀργυρή.
Οἱ Οὐγκὸ μὲ «Τιμωρίες» τηὴ τρομερὴ
τῶν Ὀλυμπίων ἐκδίκηση μεθοῦνε.
Μὰ ἐγὼ θὰ γράψω μιὰ λυπητερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι που 'ναι.
Ἂν ἔζησαν οἱ Πόε δυστυχισμένοι,
καὶ ἂν οἱ Μπωντλαίρ ἐζήσανε νεκροί,
ἡ Ἀθανασία τοὺς εἶναι χαρισμένη.
Κανένας ὅμως δὲν ἀνιστορεῖ
καὶ τὸ ἔρεβος ἐσκέπασε βαρὺ
τοὺς στιχουργοὺς ποὺ ἀνάξια στιχουργοῦνε.
Μὰ ἐγὼ σὰν προσφορὰ κάνω ἱερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι που' ναι.
Τοῦ κόσμου ἡ καταφρόνια τοὺς βαραίνει
κι αυτοὶ περνοῦνε ἀλύγιστοι κι ὠχροί,
στὴν τραγικὴ ἀπάτη τους δομένοι
πὼς κάπου πέρα ἡ Δόξα καρτερεῖ,
παρθένα βαθυστόχαστα ἰλαρή.
Μὰ ξέροντας πὼς ὅλοι τοὺς ξεχνούνε,
νοσταλγικὰ ἐγὼ κλαίω τὴ θλιβερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού 'ναι
Καὶ κάποτε οἱ μελλούμενοι καιροί:
«Ποιός ἄδοξος ποιητής» θέλω νὰ ποῦνε
«τὴν ἔγραψε μίαν ἔτσι πενιχρὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού 'ναι;»
1921, Νηπενθῆ
Ἀπὸ θεοὺς κι ἀνθρώπους μισημένοι,
σὰν ἄρχοντες ποὺ ἐξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οἱ Βερλαίν· τοὺς ἀπομένει
πλοῦτος ἡ ρίμα πλούσια καὶ ἀργυρή.
Οἱ Οὐγκὸ μὲ «Τιμωρίες» τηὴ τρομερὴ
τῶν Ὀλυμπίων ἐκδίκηση μεθοῦνε.
Μὰ ἐγὼ θὰ γράψω μιὰ λυπητερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι που 'ναι.
Ἂν ἔζησαν οἱ Πόε δυστυχισμένοι,
καὶ ἂν οἱ Μπωντλαίρ ἐζήσανε νεκροί,
ἡ Ἀθανασία τοὺς εἶναι χαρισμένη.
Κανένας ὅμως δὲν ἀνιστορεῖ
καὶ τὸ ἔρεβος ἐσκέπασε βαρὺ
τοὺς στιχουργοὺς ποὺ ἀνάξια στιχουργοῦνε.
Μὰ ἐγὼ σὰν προσφορὰ κάνω ἱερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι που' ναι.
Τοῦ κόσμου ἡ καταφρόνια τοὺς βαραίνει
κι αυτοὶ περνοῦνε ἀλύγιστοι κι ὠχροί,
στὴν τραγικὴ ἀπάτη τους δομένοι
πὼς κάπου πέρα ἡ Δόξα καρτερεῖ,
παρθένα βαθυστόχαστα ἰλαρή.
Μὰ ξέροντας πὼς ὅλοι τοὺς ξεχνούνε,
νοσταλγικὰ ἐγὼ κλαίω τὴ θλιβερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού 'ναι
Καὶ κάποτε οἱ μελλούμενοι καιροί:
«Ποιός ἄδοξος ποιητής» θέλω νὰ ποῦνε
«τὴν ἔγραψε μίαν ἔτσι πενιχρὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού 'ναι;»
1921, Νηπενθῆ
[Ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο...] - Κώστας Καρυωτάκης
[Ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο...] - Κώστας Καρυωτάκης
Ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο τὴν ὥρα αὐτὴ θὰ πέσει,
τὸ πρόσχημα τοῦ βίου σου, καὶ θ᾿ ἀπογυμνωθεῖς.
Μὲ τὸ δέντρο δίχως φύλλωμα θὰ παρομοιωθεῖς,
ποὺ τὸ χειμῶνα ἀπάντησε στὸ δρόμου ἐκεῖ τὴ μέση.
Κι ἀφοῦ πιὰ τότε θά ῾ναι ἀργὰ νέες χίμαιρες νὰ πλάσεις
ἢ ἀκόμη μιὰ ἐπιπόλαιη καὶ συμβατικὴ χαρά,
θ᾿ ἀνοίξεις τὸ παράθυρο γιὰ τελευταῖα φορά,
κι ὅλη σου τὴ ζωὴ κοιτάζοντας, ἤρεμα θὰ γελάσεις.
1927, Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες
Ἕνα ξερὸ δαφνόφυλλο τὴν ὥρα αὐτὴ θὰ πέσει,
τὸ πρόσχημα τοῦ βίου σου, καὶ θ᾿ ἀπογυμνωθεῖς.
Μὲ τὸ δέντρο δίχως φύλλωμα θὰ παρομοιωθεῖς,
ποὺ τὸ χειμῶνα ἀπάντησε στὸ δρόμου ἐκεῖ τὴ μέση.
Κι ἀφοῦ πιὰ τότε θά ῾ναι ἀργὰ νέες χίμαιρες νὰ πλάσεις
ἢ ἀκόμη μιὰ ἐπιπόλαιη καὶ συμβατικὴ χαρά,
θ᾿ ἀνοίξεις τὸ παράθυρο γιὰ τελευταῖα φορά,
κι ὅλη σου τὴ ζωὴ κοιτάζοντας, ἤρεμα θὰ γελάσεις.
1927, Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες
Ἕλληνες καραγωγεῖς - Γιάννης Ῥίτσος
Ἕλληνες καραγωγεῖς - Γιάννης Ῥίτσος
Ἀργά, κατὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν πουλήσουν στὸ παζάρι
τὰ προϊόντα τους – λαχανικά, σταφύλια, ἀχλάδια –,
γυρίζουν μὲ τὰ κάρρα τους ἀπ' τὸν παραθαλάσσιο δρόμο
πρὸς τὰ μικρά τους κτήματα, τὰ μακρυνά,
κάθιδροι, αὐτοί καὶ τ' ἄλογά τους,
μὲ τὰ χαρτονομίσματα δεμένα στὸ μαντίλι τους
καὶ μὲ τὰ κέρματα νὰ κουδουνίζουνε στὶς τσέπες τους,
ἀνόητοι, τσακισμένοι, σχεδὸν ἄγριοι,
μὲ τὸ θυμὸ μιᾶς ἄγνωστης ἀργοπορίας κι ἀδικίας,
μὲ τὰ τσουλούφια τῶν σκληρῶν μαλλιῶν τους ὅλο σκόνη καὶ ἵδρωτα
χτισμένα κάτω ἀπ' τὸ κασκέτο τους...
Ὅμως, σὰν στρίψουνε τὴ δημοσιά, σὰν ἀνταμώσουν
τὴν πρώτη ἐρημική ἀμμουδιά, ξεζεύουν τ' ἄλογά τους,
γδύνονται βιαστικά, πετοῦν τὰ ροῦχα τους στὶς πέτρες
καὶ μπαίνουνε στὴ θάλασσα νὰ πλύνουν τ' ἄλογά τους.
Καὶ τότε, μουσκεμμένοι, ὁλόγυμνοι κι ὁλόχρυσοι, ἄνθρωποι κι ἄλογα,
ἀστράφτουν μὲς στὸν ἥλιο μὲ μιὰ ὑψηλήν εὐγένεια
ἐργατικοί καὶ παντοδύναμοι, σάμπως νὰ βγῆκαν
μὲς ἀπὸ τοὺς πανάρχαιους μύθους...
Ὁ μικρότερος καραγωγέας,
μόλις δεκαοχτὼ χρονῶ, στίλβοντας ὅλος μὲς στὸ μεσημέρι,
γυμνός, καβάλλα στ' ἄλογό του, κάλπασε πέρα στὴ θάλασσα,
ἐνῶ ἕνα σύννεφο λευκό σημάδευε τὸν ἴσκιο τοῦ μὲς στὸ γαλάζιο...
Καὶ στὴν ἀκρογιαλιά, τὰ κάρρα, ὁλόχρυσα κι αὐτά,
ἔλαμπαν μὲς στὶς κυκλικές ἀνταύγειες τῶν τροχῶν τους
σὰν ἔνδοξα ἅρματα ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικούς ἄγωνες,
ποὺ ἐδῶ σταμάτησαν καὶ ποὺ ἀπὸ δῶ πάλι θὰ ξανάρχιζαν...
1958, Ἀσκήσεις
Ἀργά, κατὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν πουλήσουν στὸ παζάρι
τὰ προϊόντα τους – λαχανικά, σταφύλια, ἀχλάδια –,
γυρίζουν μὲ τὰ κάρρα τους ἀπ' τὸν παραθαλάσσιο δρόμο
πρὸς τὰ μικρά τους κτήματα, τὰ μακρυνά,
κάθιδροι, αὐτοί καὶ τ' ἄλογά τους,
μὲ τὰ χαρτονομίσματα δεμένα στὸ μαντίλι τους
καὶ μὲ τὰ κέρματα νὰ κουδουνίζουνε στὶς τσέπες τους,
ἀνόητοι, τσακισμένοι, σχεδὸν ἄγριοι,
μὲ τὸ θυμὸ μιᾶς ἄγνωστης ἀργοπορίας κι ἀδικίας,
μὲ τὰ τσουλούφια τῶν σκληρῶν μαλλιῶν τους ὅλο σκόνη καὶ ἵδρωτα
χτισμένα κάτω ἀπ' τὸ κασκέτο τους...
Ὅμως, σὰν στρίψουνε τὴ δημοσιά, σὰν ἀνταμώσουν
τὴν πρώτη ἐρημική ἀμμουδιά, ξεζεύουν τ' ἄλογά τους,
γδύνονται βιαστικά, πετοῦν τὰ ροῦχα τους στὶς πέτρες
καὶ μπαίνουνε στὴ θάλασσα νὰ πλύνουν τ' ἄλογά τους.
Καὶ τότε, μουσκεμμένοι, ὁλόγυμνοι κι ὁλόχρυσοι, ἄνθρωποι κι ἄλογα,
ἀστράφτουν μὲς στὸν ἥλιο μὲ μιὰ ὑψηλήν εὐγένεια
ἐργατικοί καὶ παντοδύναμοι, σάμπως νὰ βγῆκαν
μὲς ἀπὸ τοὺς πανάρχαιους μύθους...
Ὁ μικρότερος καραγωγέας,
μόλις δεκαοχτὼ χρονῶ, στίλβοντας ὅλος μὲς στὸ μεσημέρι,
γυμνός, καβάλλα στ' ἄλογό του, κάλπασε πέρα στὴ θάλασσα,
ἐνῶ ἕνα σύννεφο λευκό σημάδευε τὸν ἴσκιο τοῦ μὲς στὸ γαλάζιο...
Καὶ στὴν ἀκρογιαλιά, τὰ κάρρα, ὁλόχρυσα κι αὐτά,
ἔλαμπαν μὲς στὶς κυκλικές ἀνταύγειες τῶν τροχῶν τους
σὰν ἔνδοξα ἅρματα ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικούς ἄγωνες,
ποὺ ἐδῶ σταμάτησαν καὶ ποὺ ἀπὸ δῶ πάλι θὰ ξανάρχιζαν...
1958, Ἀσκήσεις
Τὰ πρότυπα - Γιάννης Ῥίτσος
Τὰ πρότυπα - Γιάννης Ῥίτσος
...Ποτέ νὰ μὴν ξεχάσουμε – εἶπε – τὰ καλὰ διδάγματα ἐκεῖνα
τῆς τέχνης τῶν Ἑλλήνων. Πάντοτε τὸ οὐράνιο δίπλα-δίπλα
μὲ τὸ καθημερνό. Δίπλα στὸν ἄνθρωπο τὸ ζῶο καὶ τὸ πρᾶγμα:
ἕνα βραχιόλι στὸ βραχίονα τῆς γυμνῆς θεᾶς, ἕνα ἄνθος
πεσμένο στὸ δάπεδο... Θυμηθῆτε τὶς ὡραῖες παραστάσεις
στὰ πήλινά μας ἀγγεῖα: οἱ θεοί μὲ τὰ πουλιά καὶ μὲ τὰ ζῶα –
μαζὶ κ' ἡ λύρα, ἕνα σφυρί, ἕνα μῆλο, τὸ κιβώτιο, ἡ τανάλια!
Ἄ, καὶ τὸ ποίημα ἐκεῖνο που ὁ θεός ὅταν τελειώνῃ τὴ δουλειά του
βγάζει τὰ φυσερά του ἀπ' τὴ φωτιά, μαζεύει ἕνα-ἕνα τὰ ἐργαλεῖα
μὲς στ' ἀργυρό σεντούκι του, μετὰ μ' ἕνα σφουγγάρι σκουπίζει
τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια, τὸ νευρώδη του λαιμό, τὸ δασὺ στῆθος∙
ἔτσι καθάριος, ταχτικός, βγαίνει τὸ βράδυ στηριγμένος
στοὺς ὤμους τῶν ὁλόχρυσων ἐφήβων – ἔργα τῶν χεριῶν του
ποὔχουν καὶ δύναμη καὶ σκέψη καὶ φωνή – βγαίνει στὸ δρόμο
πιὸ μεγαλόπρεπος ἀπ' ὅλους ὁ χωλὸς θεός, ὁ θεός ἐργάτης!
1972, Πέτρες. Επαναλήψεις. Κιγκλίδωμα
...Ποτέ νὰ μὴν ξεχάσουμε – εἶπε – τὰ καλὰ διδάγματα ἐκεῖνα
τῆς τέχνης τῶν Ἑλλήνων. Πάντοτε τὸ οὐράνιο δίπλα-δίπλα
μὲ τὸ καθημερνό. Δίπλα στὸν ἄνθρωπο τὸ ζῶο καὶ τὸ πρᾶγμα:
ἕνα βραχιόλι στὸ βραχίονα τῆς γυμνῆς θεᾶς, ἕνα ἄνθος
πεσμένο στὸ δάπεδο... Θυμηθῆτε τὶς ὡραῖες παραστάσεις
στὰ πήλινά μας ἀγγεῖα: οἱ θεοί μὲ τὰ πουλιά καὶ μὲ τὰ ζῶα –
μαζὶ κ' ἡ λύρα, ἕνα σφυρί, ἕνα μῆλο, τὸ κιβώτιο, ἡ τανάλια!
Ἄ, καὶ τὸ ποίημα ἐκεῖνο που ὁ θεός ὅταν τελειώνῃ τὴ δουλειά του
βγάζει τὰ φυσερά του ἀπ' τὴ φωτιά, μαζεύει ἕνα-ἕνα τὰ ἐργαλεῖα
μὲς στ' ἀργυρό σεντούκι του, μετὰ μ' ἕνα σφουγγάρι σκουπίζει
τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια, τὸ νευρώδη του λαιμό, τὸ δασὺ στῆθος∙
ἔτσι καθάριος, ταχτικός, βγαίνει τὸ βράδυ στηριγμένος
στοὺς ὤμους τῶν ὁλόχρυσων ἐφήβων – ἔργα τῶν χεριῶν του
ποὔχουν καὶ δύναμη καὶ σκέψη καὶ φωνή – βγαίνει στὸ δρόμο
πιὸ μεγαλόπρεπος ἀπ' ὅλους ὁ χωλὸς θεός, ὁ θεός ἐργάτης!
1972, Πέτρες. Επαναλήψεις. Κιγκλίδωμα
Χριστούγεννα - Μικέλης Ἄβλιχος
Χριστούγεννα - Μικέλης Ἄβλιχος
Στὴ φάτνη τῶν χτηνῶν Χριστὸς γεννᾶται
χωρὶς τῆς Ἐπιστήμης συνδρομή·
ἡ θεία Φύσις κάνει γιὰ μαμμὴ
κι ὁ δράκος, σὰν ἀρνί, θεὸς κοιμᾶται.
Αὔριον, ἄντρας, σὰ ληστὴς κρεμᾶται,
– νέα τοῦ κόσμου θέλει οἰκοδομή –
Σταυρό του δίνει ὁ Νόμος πληρωμὴ
πλὴν ἅγιο φῶς στὸν τάφο του πλανᾶται.
Διάκοι τοῦ Βάαλ, δὲν εἶναι δικός σας
αὐτὸς τῆς φάτνης ὁ φτωχὸς Χριστός,
ποὺ ἐκήρυξε γιὰ νόμο του τὴ χάρη.
Ἐσᾶς τιμή σας μόνη τὸ στιχάρι.
Πομπές, θεοπομπὲς τὸ ἰδανικό σας,
κι εἶν’ ὁ Θεός σας, σὰν κι ἐσᾶς, μιαρός!
1897, Ζιζάνιον
Στὴ φάτνη τῶν χτηνῶν Χριστὸς γεννᾶται
χωρὶς τῆς Ἐπιστήμης συνδρομή·
ἡ θεία Φύσις κάνει γιὰ μαμμὴ
κι ὁ δράκος, σὰν ἀρνί, θεὸς κοιμᾶται.
Αὔριον, ἄντρας, σὰ ληστὴς κρεμᾶται,
– νέα τοῦ κόσμου θέλει οἰκοδομή –
Σταυρό του δίνει ὁ Νόμος πληρωμὴ
πλὴν ἅγιο φῶς στὸν τάφο του πλανᾶται.
Διάκοι τοῦ Βάαλ, δὲν εἶναι δικός σας
αὐτὸς τῆς φάτνης ὁ φτωχὸς Χριστός,
ποὺ ἐκήρυξε γιὰ νόμο του τὴ χάρη.
Ἐσᾶς τιμή σας μόνη τὸ στιχάρι.
Πομπές, θεοπομπὲς τὸ ἰδανικό σας,
κι εἶν’ ὁ Θεός σας, σὰν κι ἐσᾶς, μιαρός!
1897, Ζιζάνιον
Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς - Κώστας Βάρναλης
Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς - Κώστας Βάρναλης
Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;
Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;
Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.
Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,
ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.
Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά, θἄχεις κορμάκι τρυφερό,
θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,
ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.
Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.
Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.
Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,
νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ
νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,
κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ
ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.
Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,
χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!
Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!
1927, Σκλάβοι Πολιορκημένοι
Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;
Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;
Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.
Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,
ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.
Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά, θἄχεις κορμάκι τρυφερό,
θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,
ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.
Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.
Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.
Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,
νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ
νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,
κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ
ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.
Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,
χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!
Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!
1927, Σκλάβοι Πολιορκημένοι
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός
Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός 1. Καὶ εἴδανε τὸ ξόδι σου μὲ τὴν κεροδοσιά σου. 2. Στὴ θύρα τὴν ὁλόχρυση τῆς Παντ...
-
Νεκρόδειπνος - Τάκης Σινόπουλος Δάκρυα πολλὰ μὲ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί ἤμουν ἐγώ, μιλῶντας ἔτσι μέ, χρόνια καὶ χρόνια ζωντανεύο...
-
Ἑλένη - Γιῶργος Σεφέρης ΤΕΥΚΡΟΣ ... ές γῆν ἐναλίαν Κύπρον οὗ μ' ἐθέσπισεν οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικ...
-
Dulce et Decorum Est - Wilfred Owen Bent double, like old beggars under sacks, Knock-kneed, coughing like hags, we cursed through sludge, T...