Τὸ Νεῖκος τοῦ ᾍδου - Τάκης Κ. Παπατσώνης
Στρώνεται πάλι τῆς χαρᾶς τὸ τραπέζι,
στρώνεται μὲ λινά· ἡ πνευματικότητα,
τὸ κάνει ὅλο ν' ἀστράφτει, νὰ λαμποκοπᾷ.
Νύφη εἶναι, ἡ λαμπροφορεμένη, ὅλο λουλούδια;
Σπιθίζουνε τὰ κρύσταλλα, σὰν νὰ τρυπᾷ
τὸ φῶς, ποὺ μελιχρὰ κεριὰ τοῦ στέλνουν.
Ἡ εἴσοδο τῆς γυναίκας, ἡ εἴσοδό μου
τελεῖται μὲ σιωπὴ μοναστηρίσια.
Κι' ἂν ἡ κόρη χαρούμενη μπαίνει,
ἂν τῆς ῥοδίζει τὸ πρόσωπο τὸ γέλιο,
εἶναι ἔτσι ἁγνή, ποὺ δὲν χαλνᾷ τὸν ὕμνο.
Παίρνοντας τὸ ψωμὶ στὰ δάχτυλά μου
νὰ κόψω, νὰ μοιράσω σ' ἕναν ἕναν,
ἀκούω τὴν κόρη, πρώτη, ν' ἀνακράζει,
σὰν τὸ πουλί, δίχως συγκρατημό:
"Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ..."
Κι' οἱ τρεῖς μαζὶ μὲ μιὰ φωνὴ ἑνωμένη
"ζωὴν χαρισάμενος" προφέρομεν, ἐνῷ τὰ ποτήρια
γεμίζω μὲ τὸ κόκκινο κρασὶ πρὸς ὅλους.
Ἂς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ μεγάλη,
ποὺ ξαναφούντωσε γιὰ μᾶς τούτη τὴ ζέστα
στὴν καρδιὰ τοῦ σπιτιοῦ μας πάλι ἐφέτος
σὲ μιὰ νύχτα του τόσο ἐαρινή.
Σὰ γεύομαι τὸ δεῖπνο τοῦτο ἐν τούτοις
καὶ σὰν ἀντλῶ κρασὶ τῆς εὐφροσύνης
τὰ περασμένα βλέπω νὰ σιμώνουν.
Ἄχ, τὸ τραπέζι μας δὲν εἶναι συνθεμένο
καθὼς τὸ ξέραμε· μιὰ θέση μένει
τώρα ἀδειανὴ καὶ λίγο λίγο πέφτει
μιὰ σκιὰ καὶ γνώριμη κι' ὑπόμονη
καὶ πικραμένη καὶ χαϊδευτικιὰ κι' ἀγαπημένη
καὶ κάθεται στὴ θέση ποὺ εἶχε πάντα.
Ἀναστημένη νὰ τὴν πῶ, δὲν εἶναι ἀλήθεια.
Ζωντανὴ στὴν ψυχή μας παρουσία
βέβαια καὶ εἶναι· ἀλλὰ πὼς δὲν νοθεύει
τὴ χαρὰ τώρα ἡ πνοή της ποὺ ἔχει γίνει
γιὰ ὅλους μας σκιὰ θαμπή, δὲν εἶναι ἀλήθεια.
Κι' εἶναι μητέρας τούτη ἡ σκιὰ ἡ θαμπή.
Ἁπλώθη ἕνα παράπονο κι' ἐπιμένει.
Ὅσο τὸ Πάσχα ἂν εἶναι ἔτσι τερπνό·
ὅσο ἂν φυσάει τέτοιο γλυκόπνοο πνεῦμα·
ὅσο ἂν λουλούδια ἡ γῆς ξαναφορτώθη·
ὅσο πουλιὰ κι' ἀπόψε ἂν ξαγρυπνοῦνε·
ὅσο ἂν βουίζει ἀγάπη τὸ τραπέζι μας·
ὅσο ἂν ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μᾶς ζώνει·
ὅσο ἂν Ἐτοῦτος νίκησε κι' ἐγέρθη,
μητέρας εἶναι τούτη ἡ μαύρη σκιά,
μητέρα λείπει ἐφέτος ἀπ' τὸ δεῖπνο,
ποὺ ἀλλοῦ γιορτάζει, ὄχι μὲ μᾶς, ἀπόψε.
1963, Ἐκλογὴ Β'
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός
Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός 1. Καὶ εἴδανε τὸ ξόδι σου μὲ τὴν κεροδοσιά σου. 2. Στὴ θύρα τὴν ὁλόχρυση τῆς Παντ...
-
Νεκρόδειπνος - Τάκης Σινόπουλος Δάκρυα πολλὰ μὲ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί ἤμουν ἐγώ, μιλῶντας ἔτσι μέ, χρόνια καὶ χρόνια ζωντανεύο...
-
Ἑλένη - Γιῶργος Σεφέρης ΤΕΥΚΡΟΣ ... ές γῆν ἐναλίαν Κύπρον οὗ μ' ἐθέσπισεν οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικ...
-
Dulce et Decorum Est - Wilfred Owen Bent double, like old beggars under sacks, Knock-kneed, coughing like hags, we cursed through sludge, T...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου