Carmen septuāgēsimum secundum - Gāius Valerius Catullus

Carmen septuāgēsimum secundum - Gāius Valerius Catullus

Dīcēbās quondam sōlum tē nōsse Catullum,
Lesbia, nec prae mē velle tenēre Iovem.
Dīlēxī tum tē nōn tantum ut vulgus amīcam,
sed pater ut gnātōs dīligit et generōs.
Nunc tē cognōvī: quārē etsī impēnsius ūror,
multō mī tamen es vīlior et levior.
Qui potis est, inquis? Quod amantem injūria tālis
cōgit amāre magis, sed bene velle minus.


1ος π.Χ. αἰώνας - Carmina

Carmen octōgēsimum quīntum - Gāius Valerius Catullus

Carmen octōgēsimum quīntum - Gāius Valerius Catullus

Ōdī et amō. Quārē id faciam, fortasse requīris.
Nescio, sed fierī sentiō et excrucior.


1ος π.Χ. αἰώνας - Carmina

Τὸ μυστικὸ δὲ σοῦ ἔνιωσε - Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος

Τὸ μυστικὸ δὲ σοῦ ἔνιωσε - Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος

Τὸ μυστικὸ δὲ σοῦ ἔνιωσε κανείς, ψυχή φτωχή·
τὸ φάντασμά σου ὅλοι εἴδανε μονάχα, εἶδαν δυὸ χέρια
λευκά, χλομὰ ν᾽ ἁπλώνωνται θαρρεῖς σὲ προσευχὴ
πρὸς κάποια ἀπάνω ἀθώρητα χαμένα ἀδέρφια ἀστέρια.

Ὅλοι τὸ διάβα σου εἶδανε νὰ φεύγει σιγανὸ
καὶ νὰ περνᾷ μὲ φόβο λὲς κάπου νὰ μὴν ἀγγίση,
σὰν πλανημένο σύννεφο στὸ βραδινὸ οὐρανὸ
ποὺ ἀργολγιστρᾶ τρεμάμενο μή, πρὶν ἀράξῃ, σβήσῃ.

Κι ὅλοι τὰ μάτια σου εἴδανε θλιμένα καὶ θολά,
γλαρὰ ἄνθη ποὺ μαράθηκαν σ' ἕνα στεγνὸ ἀνθογυάλι,
ν᾿ ἀνοίγουν σὰ ν᾿ ἀντίκρυζαν χαμένα καὶ δειλὰ
πρὸς κάποιο πέρα μακρινὸ κι ἀπόνειρο ἀκρογιάλι.


1920, Ἁπλοὶ Τρόποι

Πρώτη Νύχτα, 7 - Κωστὴς Παλαμᾶς

Πρώτη Νύχτα, 7 - Κωστὴς Παλαμᾶς

Ἀγνάντια τὸ παράθυρο· στὸ βάθος
ὁ ουρανός, ὅλο οὐρανός, καὶ τίποτ’ ἄλλο·
κι ἀνάμεσα, οὐρανόζωστον ὁλόκληρο,
ψηλόλιγνο ἕνα κυπαρίσσι· τίποτ’ ἄλλο.

Καὶ ἢ ξάστερος ὁ οὐρανὸς ἢ μαῦρος εἶναι,
στὴ χαρὰ τοῦ γλαυκοῦ, στῆς τρικυμιᾶς τὸ σάλο,
ὅμοια καὶ πάντα ἀργολυγάει τὸ κυπαρίσσι,
ἥσυχο, ὡραῖο, ἀπελπισμένο. Τίποτ’ ἄλλο.


1904, Ἑκατὸ Φωνές, Ἡ Ἀσάλευτη Ζωή

Ἐπίγραμμα VII.211 - Τύμνης

Ἐπίγραμμα VII.211 - Τύμνης

Τῇδε τὸν ἐκ Μελίτης ἀργὸν κύνα φησὶν ὁ πέτρος
ἴσχειν, Εὐμήλου πιστότατον φύλακα.
Ταῦρόν μιν καλέεσκον, ὅτ᾽ ἦν ἔτι· νῦν δὲ τὸ κείνου
φθέγμα σιωπηραὶ νυκτὸς ἔχουσιν ὁδοί.


2ος π.Χ. αἰώνας

Γιὰ τὸν Ἀμμόνη, ποὺ πέθανε 29 ἐτῶν, στὰ 610 - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Γιὰ τὸν Ἀμμόνη, ποὺ πέθανε 29 ἐτῶν, στὰ 610 - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ῥαφαήλ, ὀλίγους στίχους σὲ ζητοῦν
γιὰ ἐπιτύμβιον τοῦ ποιητοῦ Ἀμμόνη νὰ συνθέσεις.
Κάτι πολὺ καλαίσθητον καὶ λεῖον. Σὺ θὰ μπορέσεις,
εἶσαι ὁ κατάλληλος, νὰ γράψεις ὡς ἁρμόζει
γιὰ τὸν ποιητὴν Ἀμμόνη, τὸν δικό μας.

Βέβαια θὰ πεῖς γιὰ τὰ ποιήματά του—
ἀλλὰ νὰ πεῖς καὶ γιὰ τὴν ἐμορφιά του,
γιὰ τὴν λεπτὴ ἐμορφιά του ποὺ ἀγαπήσαμε.

Πάντοτε ὡραία καὶ μουσικὰ τὰ ἑλληνικά σου εἶναι.
Ὅμως τὴν μαστοριά σου ὄληνα τὴ θέμε τώρα.
Σὲ ξένη γλῶσσα ἡ λύπη μας κι ἡ ἀγάπη μας περνοῦν.
Τὸ αἰγυπτιακό σου αἴσθημα χύσε στὴν ξένη γλῶσσα.

Ῥαφαήλ, οἱ στίχοι σου ἔτσι νὰ γραφοῦν
ποὺ νά 'χουν, ξέρεις, ἀπὸ τὴν ζωή μας μέσα των,
ποὺ κι ὁ ρυθμὸς κι ἡ κάθε φράσις νὰ δηλοῦν
ποὺ γι’ Ἀλεξανδρινὸ γράφει Ἀλεξανδρινός.


1917, Ἀναγνωρισμένα

Τὰ Ἐπικίνδυνα - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Τὰ Ἐπικίνδυνα - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Εἶπε ὁ Μυρτίας (Σύρος σπουδαστὴς
στὴν Ἀλεξάνδρεια· ἐπὶ βασιλείας
αὐγούστου Κώνσταντος καὶ αὐγούστου Κωνσταντίου·
ἐν μέρει ἐθνικός, κι ἐν μέρει χριστιανίζων)·
«Δυναμωμένος μὲ θεωρία καὶ μελέτη,
ἐγὼ τὰ πάθη μου δὲν θὰ φοβοῦμαι σὰ δειλός.
Τὸ σῶμα μου στὲς ἡδονὲς θὰ δώσω,
στὲς ἀπολαύσεις τὲς ὀνειρεμένες,
στὲς τολμηρότερες ἐρωτικὲς ἐπιθυμίες,
στὲς λάγνες τοῦ αἵματός μου ὁρμές, χωρίς
κανέναν φόβο, γιατὶ ὅταν θέλω –
καὶ θἄχω θέλησι, δυναμωμένος
ὡς θἆμαι μὲ θεωρία καὶ μελέτη–
στὲς κρίσιμες στιγμὲς θὰ ξαναβρίσκω
τὸ πνεῦμα μου, σὰν πρίν, ἀσκητικό.»


1911, Ἀναγνωρισμένα

Δέησις - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Δέησις - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ἡ θάλασσα στὰ βάθη της πῆρ᾿ ἕναν ναύτη.–
Ἡ μάνα του, ἀνήξερη, πηαίνει κι ἀνάφτει

στὴν Παναγία μπροστὰ ἕνα ὑψηλὸ κερί

γιὰ νὰ ἐπιστρέψει γρήγορα καί νἆν᾿ καλοὶ καιροὶ –

καὶ ὅλο πρὸς τὸν ἄνεμο στήνει τ᾿ αὐτί.
Ἄλλὰ ἐνῶ προσεύχεται καὶ δέεται αὐτή,

ἡ εἰκὼν ἀκούει, σοβαρὴ καὶ λυπημένη,
ξεύροντας πὼς δὲν θἄλθει πιὰ ὁ υἱὸς ποὺ περιμένει.


1898, Ἀναγνωρισμένα

Φωνές - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Φωνές - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ἰδανικὲς φωνὲς κι ἀγαπημένες
ἐκείνων ποὺ πεθάναν, ἢ ἐκείνων ποὺ εἶναι
γιὰ μᾶς χαμένοι σὰν τοὺς πεθαμένους.

Κάποτε μὲς στὰ ὄνειρά μας ὁμιλοῦνε·
κάποτε μὲς στὴν σκέψι τὲς ἀκούει τὸ μυαλό.

Καὶ μὲ τὸν ἦχο των γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπιστρέφουν
ἦχοι ἀπὸ τὴν πρώτη ποίησι τῆς ζωῆς μας –
σὰ μουσική, τὴν νύχτα, μακρυνή, ποὺ σβύνει.


1904, Ἀναγνωρισμένα

Σονέττο 1 - Κωστὴς Παλαμᾶς

Σονέττο 1 - Κωστὴς Παλαμᾶς

Ὅπου βογκάει τὸ πολυκάραβο λιμάνι
ἀπ' ἄγριο κῦμ' ἁπλώνεται δαρμένη' ἡ χώρα,
καὶ δὲ θυμᾶται μήτε σὰν ὄνειρου πλάνη
τὰ πρωτινὰ μετάξια της τὰ πλουτοφόρα.
Πολύκαρπα τ' ἀμπέλια τὴν πλουτίζουν τώρα,
τὸ κάστρο της φορεῖ, παλαιικὸ στεφάνι,
φίψα τοῦ ξένου, Φράγκου, Τούρκου, ἀπὸ τὴν ὥρα
ποὺ τὸ διπλοθεμέλιωσαν οἱ Βενετσᾶνοι.
Ἕνα βουνὸ ἀποπάνω της ἀγρυπνοστέκει,
κι ὁ Παρνασσὸς λευκοχαράζει στὸν ἀέρα
βαθιά, κι ὁ ῥουμελιώτης ὁ Ζυγὸς παρέκει·
αὐτοῦ πρωτάνοιξα τὰ μάτια μου στὴ μέρα,
κι ἡ μνήμη μου σὰν ὄνειρο τοῦ ὀνείρου πλέκει
γλυκιὰ μισοσβησμέν' εἰκόνα, μιὰ μητέρα.


1895, Πατρίδες

Ὁ Κισσός - Ἰωάννης Γρυπάρης

Ὁ Κισσός - Ἰωάννης Γρυπάρης

Ὁ Μαῦρος κι ἄχαρος κισσός, τὸν πόνο του τρυγῶ
καὶ λέω καὶ μὲς στὰ στήθια μου ῥιζώνει
καὶ λέω κι εἶμαι τὸ χάλασμα τὸ ραγισμένο ἐγὼ
ποὺ ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσὸς τὸ περιζώνει.

Μυριόριζος μυριόκλωνος - ὁ πόνος ποῦ πονῶ,
στείρα ζωὴ βυζαίνει ἀπὸ τὸν τοῖχο
καὶ δὲν τοῦ παίρνει πνέοντας γλυκὰ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ
ἕναν ἡ αὔρα ἢ στεναγμὸν ἢ χαρᾶς ἦχο.

Τοὺς δρόμους του ἀπόσωσε τὸ Φῶς τοὺς μακρυνούς,
ὥρα καὶ θά 'βγουνε τὰ νυχτοπούλια
καὶ ῥόδα ἡ δύση ἁπλόχερα σκορπᾷ στοὺς οὐρανοὺς
καὶ στῶν βουνῶν τὶς κορυφὲς σκορπάει ζεμπούλια.

Καὶ φτάνουν στὰ φυλλώματα τοῦ πένθιμου κισσοῦ
κοπαδιαστοὶ οἱ σπουργίτες νὰ κουρνιάσουν
κι ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἥλιου τοῦ χρυσοῦ
μὲς σ’ ἀτρικύμιστη ἀγκαλιὰ νὰ ξαποστάσουν.

Καὶ τὰ ξελαρυγγιάσματα σκορπίζουν τὰ στερνά,
τρελλά, ὡς ποὺ ὁ ὕπνος φτάνει καὶ τὰ πνίγει,
ἐνῶ ὡς τὶς ῥίζες τοῦ κισσοῦ τὶς τρίσβαθες περνᾷ
μιὰ ἀνατριχίλα ἀπ’ τῆς ζωῆς τὴ μέθη ὀλίγη.

Φουντώνει ἡ νύχτα· κι ἔρχουνται τριγύρω μου μιὰ μιὰ
κι ὅλες μαζὶ ἀπ’ ἀλάργου ἀρμενισμένες
σκιῶν σκιὲς οἱ ἀνάμνησες, στὴν ἄχαρή μου ἐρμιὰ
νὰ φέρουν ψεύτικια παρηγοριὰ οἱ θλιμμένες.

Μάταια! ζῇ ποτὲ ἡ ζωὴ μ’ ἀνάμνησες ποὺ ζῇ,
ποὺ θὰ ξυπνήσῃ καὶ μ’ αὐτὲς θὰ γύρῃ,
ἐνῶ ὁλοτρόγυρα βροντᾷ ἡ μέθη ὅλη μαζὶ
ἀπ’ τῆς ζωῆς, ποὺ ζῇ, τὸ πανηγύρι;

Ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσός, τὸν πόνο του τρυγῶ
καὶ λέω καὶ μὲς στὰ στήθια μου ῥιζώνει
καὶ λέω κι εἶμαι τὸ χάλασμα τὸ ραγισμένο ἐγὼ
ποὺ ὁ μαῦρος κι ἄχαρός κισσὸς τὸ περιζώνει.


1919, Σκαραβαῖοι καὶ Τερρακότες

Μούχρωμα - Λορέντζος Μαβίλης

Μούχρωμα - Λορέντζος Μαβίλης

Φυσάει τ’ ἀεράκι μ’ ἀνάλαφρη φόρα
καὶ τὲς τριανταφυλλιὲς ἀργὰ σαλεύει·
στὲς καρδιὲς καὶ στὴν πλάση βασιλεύει
ῥόδινο σούρουπο, ὥρα μυροφόρα,
χρυσὴ θυμητικῶν ὀνείρων ὥρα,
ποὺ ἡ ψυχὴ τὴ γαλήνη προμαντεύει,
τὴν αἰώνια γαλήνη, καὶ ἀγναντεύει
σὰ γιὰ στερνὴ φορὰ κάθε της γνώρα
ἀξέχαστη· ξανθὲς κρινοτραχῆλες
ἀγάπες, γαλανὰ βασιλεμένα
μάτια ὀγρὰ καὶ φιλιὰ καὶ ἀνατριχίλες
καὶ δάκρυα· πλάνα δῶρα ζηλεμένα
τῆς ζήσης ποὺ ἀχνοσβυέται καὶ τελειώνει
σὰν τὸ θαμπὸ γιουλὶ ποῦ ὀλοένα λυώνει.


1899

Ἀπόκριση στὸν Παλαμᾶ - Γεώργιος Δροσίνης

Ἀπόκριση στὸν Παλαμᾶ - Γεώργιος Δροσίνης

Συνοδοιπόροι ναί, μαζί κινήσαμε
στῆς Τέχνης τὸ γλυκοξημέρωμα —ὅμως,
μὲ τοῦ καιροῦ τὸ πέρασμα, χαράχτηκε
τοῦ καθενός μας χωριστός ὁ δρόμος:

Ἐσύ τὸ Ὡραίο μὲσ’ στὰ μεγάλα ζήτησες
κ’ ἐγώ στὰ ταπεινά κι ἀπορριμμένα,
καὶ δούλεψες τὸ μπροῦντζο καὶ τὸ μάρμαρο
κι’ ἄφησες τὸν πηλό τῆς γῆς σ’ ἐμένα.

Στὶς ἀλπικές χιονοκορφές ἀνέβηκες
καὶ στάθηκα στὶς λιόφωτες ραχοῦλες·
ἀρχόντισσες καὶ ρήγισσες οἱ Μοῦσες σου
κ’ ἐμένα ψαροποῦλες καὶ βοσκοῦλες.

Ἐσύ στῆς δάφνης τ’ ἀκροκλώναρα ἅπλωσες
κ’ ἐγώ σὲ κάθε χόρτο καὶ βοτάνι·
στεφάνι ἔχεις φορέση ἀπό δαφνόφυλλα―
λίγο θυμάρι τοῦ βουνοῦ μοῦ φτάνει.


1911, Φευγᾶτα Χελιδόνια

Αἰμιλιανὸς Μονάη, Ἀλεξανδρεύς, 628–655 μ.Χ. - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Αἰμιλιανὸς Μονάη, Ἀλεξανδρεύς, 628–655 μ.Χ. - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Μὲ λόγια, μὲ φυσιογνωμία, καὶ μὲ τρόπους
μιὰ ἐξαίρετη θὰ κάμω πανοπλία·
καὶ θ᾿ ἀντικρύζω ἔτσι τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους
χωρὶς νὰ ἔχω φόβον ἢ ἀδυναμία.

Θὰ θέλουν νὰ μὲ βλάψουν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ξέρει
κανεὶς ἀπ᾿ ὅσους θὰ μὲ πλησιάζουν
ποῦ κεῖνται ἡ πληγές μου, τὰ τρωτά μου μέρη,
κάτω ἀπὸ τὰ ψεύδη ποὺ θὰ μὲ σκεπάζουν. –


Ρήματα τῆς καυχήσεως τοῦ Αἰμιλιανοῦ Μονάη.
Ἄραγε νἄκαμε ποτὲ τὴν πανοπλία αὐτή;
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν τὴν φόρεσε πολύ.
Εἴκοσι ἑπτὰ χρονῶ, στὴν Σικελία πέθανε.


1918, Ἀναγνωρισμένα

Θυμήσου, σῶμα... - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Θυμήσου, σῶμα... - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Σῶμα, θυμήσου ὄχι μόνο τὸ πόσο ἀγαπήθηκες,
ὄχι μονάχα τὰ κρεββάτια ὅπου πλάγιασες,
ἀλλὰ κ' ἐκεῖνες τὲς ἐπιθυμίες ποὺ γιὰ σένα
γυάλιζαν μὲς στὰ μάτια φανερά,
κ' ἐτρέμανε μὲς στὴν φωνὴ — καὶ κάποιο
τυχαῖον ἐμπόδιο τὲς ματαίωσε.
Τώρα ποὺ εἶναι ὅλα πιὰ μέσα στὸ παρελθόν,
μοιάζει σχεδὸν καὶ στὲς ἐπιθυμίες
ἐκεῖνες σὰν νὰ δόθηκες — πῶς γυάλιζαν,
θυμήσου, μὲς στὰ μάτια ποὺ σὲ κύτταζαν·
πῶς ἔτρεμαν μὲς στὴν φωνή, γιὰ σέ, θυμήσου, σῶμα.


1918, Ἀναγνωρισμένα

Do not go gentle into that good night - Dylan Thomas

Do not go gentle into that good night - Dylan Thomas

Do not go gentle into that good night,
old age should burn and rave at close of day;
rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
because their words had forked no lightning they
do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
their frail deeds might have danced in a green bay,
rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
and learn, too late, they grieved it on its way,
do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
blind eyes could blaze like meteors and be gay,
rage, rage against the dying of the light.

And you, my father, there on the sad height,
curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.


1951, Botteghe Oscure

Κι ἔπινα μέσ’ ἀπὸ τὰ χείλια σου… - Ναπολέων Λαπαθιώτης

Κι ἔπινα μέσ’ ἀπὸ τὰ χείλια σου… - Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ἰδοὺ εἶ καλός, ὁ ἀδελφιδός μου, καί γε ὡραῖος·
πρὸς κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος, δοκοὶ οἴκωμ ἡμῶν κέδροι,
φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ Α 16-17


Κι οἱ μπερντέδες ἦταν κόκκινοι
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι,
κι ὅλο θόλωνε, ὅλο μέλωνε
τὸ γλυκό σου μάτι,

καὶ τὰ χέρια σου πλεκόντουσαν
στὸ κορμί μου γύρω-γύρω
κι ἔπινα μέσ' ἀπὸ τὰ χείλια σου,
γλυκιὰν ἄχνα σὰν τὸ μύρο,

καὶ σταλάζανε ἀπ' τὰ χείλια σου
γλυκὰ λόγια σὰν τὰ μύρα,
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι μας
κι οἱ μπερντέδες σὰν πορφύρα...

Ἔτσι, ἀγάπη μου, σὲ χόρτασα
κι ἔτσι, τὴ γλυκάδα σου ἤπια
μέσα στ' ἄνομα ἀγκαλιάσματα
στ' ἄνομα τὰ καρδιοχτύπια

κι ἀπ' τὸ μέλι ποθοπλάνταζε
τὸ κορμί σου καὶ τὸ μάτι
κι οἱ μπερντέδες ἦταν κόκκινοι
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι...


1910, Ἀνεμώνη

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός 1. Καὶ εἴδανε τὸ ξόδι σου μὲ τὴν κεροδοσιά σου. 2. Στὴ θύρα τὴν ὁλόχρυση τῆς Παντ...