Φύγε - Μαρία Πολυδούρη

Φύγε - Μαρία Πολυδούρη

Ὤ, φύγε μακριά μου
μακριὰ ὅσο μπορεῖ
κι᾿ ἂν σ᾿ ἀναζητήσῃ θλιμμένη ἡ ματιά μου
ὀνείρου ποὺ ἐσβήστη τὰ χνάρια νὰ βρῆ.

Στιγμὴ πιὰ σιμά μου
μὴ μένεις. Ὠιμὲ
οὔτ᾿ ἕνα λουλούδι χλωρὸ στὴν καρδιά μου
κι᾿ ἂν σὺ πλανευτῆς θὰ πλανέψης κ᾿ ἐμέ.

Καὶ πιότερο ἐμένα
τρελλὴ ᾿ναι ἡ καρδιά.
Μοῦ τὸ ᾿παν τὰ μάτια σου τὰ φοβισμένα,
θυμᾶμαι, τὴν πρώτη στὸν κῆπο βραδιά.


Οἱ Τρίλλιες ποὺ σβήνουν, 1928

[Καλέ μου, ἡ Ἄνοιξη ἔφτασε] - Μαρία Πολυδούρη

[Καλέ μου, ἡ Ἄνοιξη ἔφτασε] - Μαρία Πολυδούρη

Καλέ μου, ἡ Ἄνοιξη ἔφτασε. Τὰ βράδια μὲ πλανᾶ
πῶς παίζει στὸ παράθυρο τὴ φωτεινή της σάρπα.
Μὰ τὰ μεσάνυχτα γροικῶ ποὺ φευγαλέα περνᾶ
τὸ θλιβερὸ τραγούδι σου στὴ νυμφική τους ἅρπα.

Καλέ μου, ὅλα γυρεύουνε γλυκὰ νὰ μὲ κοιμίσουν
καὶ νὰ μοῦ ποῦν πὼς ἔσβησες γιὰ πάντα ἀπὸ τὴ γῆ.
Μὰ ὅλα, χωρὶς νὰ θέλουνε, σένα θὰ μοῦ θυμίζουν
κι᾿ ἀνίδεα θὰ μοῦ κάνουνε τὴ νοσταλγία πληγή.

Καλέ μου, πῶς ἀπόσβησε παντοτινὰ ἡ ματιά σου
ἀπὸ τὸν Ἥλιο ποὺ ἄλλοτε μ᾿ ἀγάπη μοὖχες δείξει;
Πῶς ἔγινε ἔτσι, νὰ βρεθῶ τόσο πολὺ μακριά σου
κι᾿ ὁ ἥλιος σου ἐχθρὸς νὰ μοῦ γενῆ, σκοτάδι νὰ μὲ πνίξη;

Πρὶν ἀπὸ σένα πέθαναν ὅσα μοὖχες ταμένα
κ᾿ ὕστερα χάθηκες καὶ σὺ μαζί τους, τὸ πιὸ ὡραῖο.
Ἕνας κυκλώνας γύρω μου τὰ πάντα ἔχει θαμμένα
καὶ μ᾿ ἔχει ἀφήσει ζωντανὴ μόνον γιὰ νὰ σὲ κλαίω.


Ἠχὼ στὸ Χαός, 1929

Δυὸ Μάτια - Κωστὴς Παλαμᾶς

Δυὸ Μάτια - Κωστὴς Παλαμᾶς

Τοῦ λύχνου μου τὸ λάδι σώθηκε,
καὶ ξαγρυπνῶ. Τί νύχτα! Ἄστρο κανένα,
στὴν ἄκρη ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι μου ἕνα φάντασμα
κι ἀπάνω μου δυὸ μάτια καρφωμένα.

Ὁ κόσμος δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ τῆς ἄβυσσος
ῥουφήχτηκε τὰ στόματα. Σκοτάδι
Μόνο δυὸ μάτια ὑπάρχουνε στ᾿ ἀνύπαρχτα,
δυὸ μάτια μοναχὰ γιομίζουν τ᾿ ἄδεια.

Μόνο δυὸ μάτια στὰ σκοτάδια φέγγουνε.
Ὅλα κοιμοῦνται, χάνονται, ὅλα σβοῦνε,
μόνο δυὸ μάτια μὲ κοιτάζουν ἄγρυπνα,
δὲν κλείνουνε· ποτὲ δὲ θὰ κλειστοῦνε.


Τὰ Παθητικὰ Κρυοφιλήματα, 1910-11

Σονέττο 9 - Κωστὴς Παλαμᾶς

Σονέττο 9 - Κωστὴς Παλαμᾶς

Σὰν τῶν Φαιάκων τὸ καράβ' ἡ Φαντασία
χωρὶς νὰ τὴ βοηθᾶν πανιὰ καὶ λαμνοκόποι
κυλάει· κι εἶναι στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τόποι
πανάρχαιοι κι ἀσάλευτοι σὰν τὴν Ἀσία,
πεντάγνωμοι κι ἀπόκοτοι σὰν τὴν Εὐρώπη,
σὰ μαύρη γῆ Ἀφρικὴ μὲ σφίγγ' ἡ ἀπελπισία,
κρατῶ μιὰν ἄγρια μέσα μου Πολυνησία,
καὶ πάντα ἕνα Κολόμβο παίρνω τὸ κατόπι.
Καὶ τὰ τεράστια τῆς ζωῆς καὶ τὰ λιοπύρια
τῶν τροπικῶν τὰ γνώρισα, καὶ μὲ τῶν πόλων
τυλίχτηκα τὰ σάβανα, καὶ χίλια μύρια
ταξίδια ἐμπρός μου ξάνοιξαν τὸν κόσμον ὅλο.
Καὶ τί 'μαι; Χόρτο ῥιζωμένο σ' ἕνα σβῶλο
ἀπάνω, ποὺ ξεφεύγει κι ἀπ' τὰ κλαδευτήρια.


1895, Πατρίδες

Ἀγορά - Κωστὴς Παλαμᾶς

Ἀγορά - Κωστὴς Παλαμᾶς

Πάντα διψᾷς − ὅπως διψάει τὸ πρωτοβρόχι
στεγνὴ καλοκαιριὰ − τὸ βλογημένο σπίτι,
καὶ μια κρυφὴ ζωὴ σὰ δέηση ἐρημίτη,
ἀγάπης καὶ ἀρνησιᾶς ζωοῦλα σὲ μιὰ κώχη.

Διψᾷς καὶ τὸ καράβι ποὺ τὸ πέλαο τὄχει
κι ὅλο τραβάει μὲ τὰ πουλιὰ καὶ μὲ τὰ κήτη,
κ' εἶναι μεστὴ ἡ ζωή του μ' ὅλο τὸν πλανήτη·
καὶ τὸ καράβι καὶ τὸ σπίτι σοῦ εἶπαν: «Ὄχι!

Μήτε ἡ παράμερη εὐτυχιὰ ποὺ δὲ σαλεύει,
μήτε ἡ ζωὴ π' ὅλο καὶ νέα ψυχὴ τῆς βάνει
κάθε καινούργια γῆ καὶ κάθε νιὸ λιμάνι·

μόνο τἀλάφιασμα τοῦ σκλάβου ποὺ δουλεύει·
σέρνε στὴν ἀγορὰ τὴ γύμνια τοῦ κορμιοῦ σου,
ξένος καὶ γιὰ τοὺς ξένους καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου.»


1896, Ἡ Ἀσάλευτη Ζωή

Διπλὸς Πόνος - Ἰωάννης Πολέμης

Διπλὸς Πόνος - Ἰωάννης Πολέμης

Χρυσῆ ἀράχνη μυστικὰ τὸν ἔρωτά μου ὑφαίνει
κ' εἶν' ἡ ἀγάπη μου κρυφὴ κ' ἐντροπαλὰ κρυμμένη.
Κ' ἡ πειὸ λεπτὴ ἀναπνοὴ ὅπου στὸν κόσμο ἐστάθη
ἄν τὴν φυσήσῃ μιὰ στιγμὴ ἐσχίστηκε κ' ἐχάθη.

Μόνον ἐκείνη π' ἀγαπῶ στὸ πλάϊ μου διαβαίνει
καὶ σἄν νὰ βλέπῃ κάτι τι μὰ δὲν καταλαβαίνει,
γιατὶ ποτὲ δὲν ἔμαθε κι' οὔτε ποτὲ θὰ μάθῃ
πῶς κρύβω τὴν εἰκόνα της μέσ' στῆς καρδιᾶς τὰ βάθη.

Κι' ὅταν σιμά μου ἔρχεται καὶ χίλια λόγια ἀρχίζει,
τὴν ὥρα ποὺ ἡ ἀγάπη μου μπροστά της ξεχειλίζει
καὶ θέλει μ' ἕνα δάκρυο στὰ μάτια νὰ φανῇ,

φεύγω, προτοῦ τὸ δάκρυ μου στὰ βλέφαρά μου φθάσῃ,
γιατὶ ἐκείνη ἅμα τὸ δῇ μπορεῖ καὶ νὰ γελάσῃ,
κ' ἔτσι διπλὸς ὁ πόνος μου, διπλὸς θὲ νὰ γενῇ.


1888, Χειμωνανθοί

What to Say Upon Being Asked to Be Friends - Julian Talamantez Brolaski

What to Say Upon Being Asked to Be Friends - Julian Talamantez Brolaski

Why speak of hate, when I do bleed for love?
Not hate, my love, but Love doth bite my tongue
till I taste stuff that makes my rhyming rough
so flatter I my fever for the one
for whom I inly mourn, though seem to shun.
A rose is arrows is eros, so what
if I confuse the shade that I’ve become
with winedark substance in a lover’s cup?
But stop my tonguely wound, I’ve bled enough.
If I be fair, or false, or freaked with fear,
if I my tongue in lockèd box immure
blame not me, for I am sick with love.
Yet would I be your friend most willingly
since friendship would infect me killingly.


2012, Advice for Lovers: City Lights Spotlight #7

Sonnet 19 - William Shakespeare

Sonnet 19 - William Shakespeare

Devouring Time, blunt thou the lion's paws,
and make the earth devour her own sweet brood;
pluck the keen teeth from the fierce tiger's jaws,
and burn the long-liv'd Phoenix in her blood;
make glad and sorry seasons as thou fleets,
and do whate'er thou wilt, swift-footed Time,
to the wide world and all her fading sweets;
but I forbid thee one more heinous crime:
O, carve not with thy hours my love's fair brow,
nor draw no lines there with thine antique pen!
Him in thy course untainted do allow
for beauty's pattern to succeeding men.
Yet do thy worst, old Time! Despite thy wrong
my love shall in my verse ever live young.


1609, Shakespeare's Sonnets

Sonnet 18 - William Shakespeare

Sonnet 18 - William Shakespeare

Shall I compare thee to a summer’s day?
Thou art more lovely and more temperate:
rough winds do shake the darling buds of May,
and summer’s lease hath all too short a date;
sometime too hot the eye of heaven shines,
and often is his gold complexion dimm'd;
and every fair from fair sometime declines,
by chance or nature’s changing course untrimm'd;
but thy eternal summer shall not fade,
nor lose possession of that fair thou ow’st;
nor shall death brag thou wander’st in his shade,
when in eternal lines to time thou grow’st:
so long as men can breathe or eyes can see,
so long lives this, and this gives life to thee.


1609, Shakespeare's Sonnets

On Monsieur’s Departure - Queen Elizabeth I

On Monsieur’s Departure - Queen Elizabeth I

I grieve and dare not show my discontent,
I love and yet am forced to seem to hate,
I do, yet dare not say I ever meant,
I seem stark mute but inwardly do prate.
I am and not, I freeze and yet am burned,
since from myself another self I turned.

My care is like my shadow in the sun,
follows me flying, flies when I pursue it,
stands and lies by me, doth what I have done.
His too familiar care doth make me rue it.
No means I find to rid him from my breast,
till by the end of things it be supprest.

Some gentler passion slide into my mind,
for I am soft and made of melting snow;
or be more cruel, love, and so be kind.
Let me or float or sink, be high or low;
or let me live with some more sweet content,
or die and so forget what love ere meant.


1630

Μιὰ πίκρα - Κωστὴς Παλαμᾶς

Μιὰ πίκρα - Κωστὴς Παλαμᾶς

Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,

στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
κοντά μου καὶ πάλι
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.


1912, Οἱ Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας

Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι - Ἄγγελος Σικελιανός

Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι - Ἄγγελος Σικελιανός

Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι, ἀπ᾿ ὅσες
γυναῖκες τοῦ Στειριοῦ συμμαζευτῆκαν
τὸν Ἐπιτάφιο νὰ στολίσουν, κι ὅσες
μοιρολογῆτρες ὥσμε τοῦ Μεγάλου
Σαββάτου τὸ ξημέρωμα ἀγρυπνῆσαν,
ποιὰ νὰ στοχάστη - ἔτσι γλυκὰ θρηνοῦσαν! -
πώς, κάτου ἀπ᾿ τοὺς ἀνθούς, τ᾿ ὁλόαχνο σμάλτο
τοῦ πεθαμένου τοῦ Ἄδωνη ἦταν σάρκα
ποὺ πόνεσε βαθιά;
                              Γιατὶ κι ὁ πόνος
στὰ ρόδα μέσα, κι ὁ Ἐπιτάφιος Θρῆνος,
κ᾿ οἱ ἀναπνοὲς τῆς ἄνοιξης ποὺ μπαίναν
ἀπ᾿ τοῦ ναοῦ τὴ θύρα, ἀναφτερώναν
τὸ νοῦ τους στῆς Ἀνάστασης τὸ θάμα,
καὶ τοῦ Χριστοῦ οἱ πληγὲς σὰν ἀνεμῶνες
τοὺς φάνταζαν στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια,
τὶ πολλὰ τὸν σκεπάζανε λουλούδια
ποὺ ἔτσι τρανά, ἔτσι βαθιὰ εὐωδοῦσαν!

Ἀλλὰ τὸ βράδυ τὸ ἴδιο τοῦ Σαββάτου,
τὴν ὥρα π᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Πύλη τὸ ἕνα
κερὶ ἐπροσάναψε ὅλα τ᾿ ἄλλα ὡς κάτου,
κι ἀπ᾿ τ᾿ Ἅγιο Βῆμα σάμπως κύμα ἁπλώθη
τὸ φῶς ὦσμε τὴν ξώπορτα, ὅλοι κι ὅλες
ἀνατριχιάξαν π᾿ ἄκουσαν στὴ μέση
ἀπ᾿ τὰ «Χριστὸς Ἀνέστη» μίαν αἰφνίδια
φωνὴ νὰ σκούξει: «Γιώργαινα, ὁ Βαγγέλης!»

Καὶ νά· ὁ λεβέντης τοῦ χωριοῦ, ὁ Βαγγέλης,
τῶν κοριτσιῶν τὸ λάμπασμα, ὁ Βαγγέλης,
ποὺ τὸν λογιάζαν ὅλοι γιὰ χαμένο
στὸν πόλεμο· καὶ στέκονταν ὁλόρτος
στῆς ἐκκλησιᾶς τὴ θύρα, μὲ ποδάρι
ξύλινο, καὶ δὲ διάβαινε τὴ θύρα
τῆς ἐκκλησιᾶς, τὶ τὸν κοιτάζαν ὅλοι
μὲ τὰ κεριὰ στὸ χέρι, τὸν κοιτάζαν,
τὸ χορευτὴ ποὺ τράνταζε τ᾿ ἁλώνι
τοῦ Στειριοῦ, μιὰ στὴν ὄψη, μιὰ στὸ πόδι,
ποὺ ὡς νὰ τὸ κάρφωσε ἦταν στὸ κατώφλι
τῆς θύρας, καὶ δὲν ἔμπαινε πιὸ μέσα!

Καὶ τότε - μάρτυράς μου νά ῾ναι ὁ στίχος,
ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος -
ἀπ᾿ τὸ στασίδι πού ῾μουνα στημένος
ξαντίκρισα τὴ μάνα, ἀπ᾿ τὸ κεφάλι
πετώντας τὸ μαντίλι, νὰ χιμήξει
σκυφτὴ καὶ ν᾿ ἀγκαλιάσει τὸ ποδάρι,
τὸ ξύλινο ποδάρι τοῦ στρατιώτη,
- ἔτσι ὅπως τὸ εἶδα ὁ στίχος μου τὸ γράφει,
ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος -,
καὶ νὰ σύρει ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς της
ἕνα σκούξιμο: «Μάτια μου… Βαγγέλη!»

Κι ἀκόμα, - μάρτυράς μου νά ῾ναι ὁ στίχος,
ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, ὅσες μαζευτῆκαν
ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπὰ γιὰ νὰ θρηνήσουν
τὸν πεθαμένον Ἄδωνη, κρυμμένο
μὲς στὰ λουλούδια, τώρα νὰ ξεσπάσουν
μαζὶ τὴν ἀξεθύμαστη τοῦ τρόμου
κραυγὴ πού, ὡς στὸ στασίδι μου κρατιόμουν,
ἕνας πέπλος μοῦ σκέπασε τὰ μάτια!…


1935, Τὰ Νέα Γράμματα

Ἐρωτικὸς Λόγος - Γιῶργος Σεφέρης

Ἐρωτικὸς Λόγος - Γιῶργος Σεφέρης

Ἔστι δὲ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,
ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ


Α´

Ῥόδο τῆς μοίρας, γύρευες νὰ βρεῖς νὰ μᾶς πληγώσεις
μὰ ἔσκυβες σὰν τὸ μυστικὸ ποὺ πάει νὰ λυτρωθεῖ
κι ἦταν ὡραῖο τὸ πρόσταγμα ποὺ δέχτηκες νὰ δώσεις
κι ἦταν τὸ χαμογέλιο σου σὰν ἕτοιμο σπαθί.

Τοῦ κύκλου σου τὸ ἀνέβασμα ζωντάνευε τὴ χτίση
ἀπὸ τ᾿ ἀγκάθι σου ἔφευγε τὸ δρόμου ὁ στοχασμὸς
ἡ ὁρμή μας γλυκοχάραζε γυμνὴ νὰ σ᾿ ἀποχτήσει
ὁ κόσμος ἦταν εὔκολος. Ἕνας ἁπλὸς παλμός.

Β´

Τὰ μυστικὰ τῆς θάλασσας ξεχνιοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλια
ἡ σκοτεινάγρα τοῦ βυθοῦ ξεχνιέται στὸν ἀφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρὰ τῆς μνήμης τὰ κοράλλια…
Ὦ μὴν ταράξεις… πρόσεξε ν᾿ ἀκούσεις τ᾿ ἀλαφρὸ

ξεκίνημά της… τ᾿ ἄγγιξες τὸ δέντρο μὲ τὰ μῆλα
τὸ χέρι ἁπλώθη κι ἡ κλωστὴ δείχνει καὶ σὲ ὁδηγεῖ…
Ὦ σκοτεινὸ ἀνατρίχιασμα στὴ ῥίζα καὶ στὰ φύλλα
νἄ ῾σουν ἐσὺ ποὺ θἄ ῾φερνες τὴν ξεχασμένη αὐγή!

Στὸν κάμπο τοῦ ἀποχωρισμοῦ νὰ ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν᾿ ἀνοίγουνται ὥριμες, οἱ ἀγκάλες τ᾿ οὐρανοῦ,
νὰ φέγγουν στὸ ἀντηλάρισμα τὰ μάτια μόνο ἐκεῖνα
ἁγνὴ ἡ ψυχὴ νὰ γράφεται σὰν τὸ τραγούδι αὐλοῦ…

Ἡ νύχτα νἄ ῾ταν ποὺ ἔκλεισε τὰ μάτια; Μένει ἀθάλη,
σὰν ἀπὸ δοξαριοῦ νευρὰ μένει πνιχτὸ βουητό,
μιὰ στάχτη κι ἕνας ἴλιγγος στὸ μαῦρο γυρογιάλι
κι ἕνα πυκνὸ φτερούγισμα στὴν εἰκασία κλειστό.

Ῥόδο τοῦ ἀνέμου, γνώριζες μὰ ἀνέγνωρους μᾶς πῆρες
τὴν ὥρα ποὺ θεμέλιωνε γιοφύρια ὁ λογισμὸς
νὰ πλέξουνε τὰ δάχτυλα καὶ νὰ διαβοῦν δυὸ μοῖρες
καὶ νὰ χυθοῦν στὸ χαμηλὸ κι ἀναπαμένο φῶς.

Γ´

Ὦ σκοτεινὸ ἀνατρίχιασμα στὴ ῥίζα καὶ στὰ φύλλα!
Πρόβαλε ἀνάστημα ἄγρυπνο στὸ πλῆθος τῆς σιωπῆς
σήκωσε τὸ κεφάλι σου ἀπὸ τὰ χέρια τὰ καμπύλα
τὸ θέλημά σου νὰ γενεῖ καὶ νὰ μοῦ ξαναπεῖς

τὰ λόγια ποὺ ἄγγιζαν καὶ σμίγαν τὸ αἷμα σὰν ἀγκάλη
κι ἂς γείρει ὁ πόθος σου βαθὺς σὰν ἴσκιος καρυδιᾶς
καὶ νὰ μᾶς πλημμυράει μὲ τῶν μαλλιῶν σου τὴ σπατάλη
ἀπὸ τὸ χνούδι τοῦ φιλιοῦ στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.

Χαμήλωναν τὰ μάτια σου κι εἶχες τὸ χαμογέλιο
ποὺ ἀνιστοροῦσαν ταπεινὰ ζωγράφοι ἀλλοτινοί.
Λησμονημένο ἀνάγνωσμα σ᾿ ἕνα παλιὸ εὐαγγέλιο
τὸ μίλημά σου ἀνάσαινε κι ἡ ἀνάλαφρη φωνή:

«Εἶναι τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου σιγαλὸ κι ἀπόκοσμο
κι ὁ πόνος ἀπαλὰ μὲς στὴν ψυχή μου λάμνει
χαράζει ἡ αὐγὴ τὸν οὐρανό, τ᾿ ὄνειρο μένει ἀπόντιστο
κι εἶναι σὰν νὰ διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Μὲ τοῦ ματιοῦ τ᾿ ἀλάφιασμα, μὲ τοῦ κορμιοῦ τὸ ῥόδισμα
ξυπνοῦν καὶ κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
μὲ περιπλέκει χαμηλὸ τὸ κυκλωτὸ φτερούγισμα
ἀνθρώπινο ἄγγιγμα στὸ κόρφο μου τ᾿ ἀστέρια.

Τὴν ἀκοή μου ὡς νὰ ῾σμιξε κοχύλι βουίζει ὁ ἀντίδικος
μακρινὸς κι ἀξεδιάλυτος τοῦ κόσμου ὁ θρῆνος
μὰ εἶναι στιγμὲς καὶ σβήνουνται καὶ βασιλεύει δίκλωνος
ὁ λογισμὸς τοῦ πόθου μου, μόνος ἐκεῖνος.

Λὲς κι εἶχα ἀναστηθεῖ γυμνή σε μία παρμένη θύμηση
σὰν ἦρθες γνώριμος καὶ ξένος, ἀκριβέ μου
νὰ μοῦ χαρίσεις γέρνοντας τὴν ἀπέραντη λύτρωση
ποὺ γύρευα ἀπὸ τὰ γοργὰ σεῖστρα τοῦ ἀνέμου…»

Τὸ ῥαγισμένο ἡλιόγερμα λιγόστεψε κι ἐχάθη
κι ἔμοιαζε πλάνη νὰ ζητᾶς τὰ δῶρα τ᾿ οὐρανοῦ.
Χαμήλωναν τὰ μάτια σου. Τοῦ φεγγαριοῦ τ᾿ ἀγκάθι
βλάστησε καὶ φοβήθηκες τοὺς ἴσκιους τοῦ βουνοῦ.

… Μὲς στὸν καθρέφτη ἡ ἀγάπη μας, πῶς πάει καὶ λιγοστεύει
μέσα στὸν ὕπνο τὰ ὄνειρα, σκολειὸ τῆς λησμονιᾶς
μέσα στὰ βάθη τοῦ καιροῦ, πῶς ἡ καρδιὰ στενεύει
καὶ χάνεται στὸ λίκνισμα μιᾶς ξένης ἀγκαλιᾶς…

Δ´

Δυὸ φίδια ὡραῖα κι ἀλαργινά, τοῦ χωρισμοῦ πλοκάμια
σέρνουνται καὶ γυρεύουνται στὴ νύχτα τῶν δεντρῶν,
γιὰ μίαν ἀγάπη μυστικὴ σ᾿ ἀνεύρετα θολάμια
ἀκοίμητα γυρεύουνται δὲν πίνουν καὶ δὲν τρῶν.

Μὲ γύρους καὶ λυγίσματα κι ἡ ἀχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, ἁπλώνει κρίκους στὸ κορμὶ
ποὺ κυβερνοῦν ἀμίλητοι τοῦ ἔναστρου θόλου οἱ νόμοι
καὶ τοῦ ἀναδεύουν τὴν πυρὴ κι ἀσίγαστη ἀφορμή.

Τὸ δάσος στέκει ῥιγηλὸ τῆς νύχτας ἀντιστύλι
κι εἶναι ἡ σιγὴ τάσι ἀργυρὸ ὅπου πέφτουν οἱ στιγμὲς
ἀντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ὁλόκληροι, μιὰ σμίλη
προσεχτικὴ ποὺ δέχουνται πελεκητὲς γραμμές…

Αὐγάζει ξάφνου τὸ ἄγαλμα. Μὰ τὰ κορμιὰ ἔχουν σβήσει
στὴ θάλασσα στὸν ἄνεμο στὸν ἥλιο στὴ βροχή.
Ἔτσι γεννιοῦνται οἱ ὀμορφιὲς ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ φύση
μὰ ποιὸς ξέρει ἂν πέθανε στὸν κόσμο μία ψυχή.

Στὴ φαντασία θὰ γύριζαν τὰ χωρισμένα φίδια
(Τὸ δάσος λάμπει μὲ πουλιὰ βλαστοὺς καὶ ῥοδαμούς)
μένουν ἀκόμη τὰ σγουρὰ γυρέματά τους, ἴδια
τοῦ κύκλου τὰ γυρίσματα ποὺ φέρνουν τοὺς καημούς.

Ε´

Ποῦ πῆγε ἡ μέρα ἡ δίκοπη ποὺ εἶχε τὰ πάντα ἀλλάξει;
Δὲ θὰ βρεθεῖ ἕνας ποταμὸς νἆ᾿ ναι γιὰ μᾶς πλωτός;
Δὲ θὰ βρεθεῖ ἕνας οὐρανὸς τὴ δρόσο νὰ σταλάξει
γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ νάρκωσε κι ἀνάθρεψε ὁ λωτός;

Στὴν πέτρα τῆς ὑπομονῆς προσμένουμε τὸ θάμα
ποὺ ἀνοίγει τὰ ἐπουράνια κι εἶν᾿ ὅλα βολετὰ
προσμένουμε τὸν ἄγγελο σὰν τὸ πανάρχαιο δράμα
τὴν ὥρα ποὺ τοῦ δειλινοῦ χάνουνται τ᾿ ἀνοιχτὰ

τριαντάφυλλα… Ῥόδο ἄλικο τοῦ ἀνέμου καὶ τῆς μοίρας,
μόνο στὴ μνήμη ἀπέμεινες, ἕνας βαρὺς ρυθμὸς
ῥόδο τῆς νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα τῆς θάλασσας… Ὁ κόσμος εἶναι ἁπλός.


1931, Στροφή

Ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες - Ῥίτα Μπούμπη Παπᾶ

Ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες - Ῥίτα Μπούμπη Παπᾶ

Ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες,
θὰ πλημμυρίσει ἡ πόλη μὲ βουβὰ κορίτσια
ὁ ἀέρας μὲ στιφὴ εὐωδία θανάτου
τὰ φρούρια θὰ σηκώσουν ἄσπρες σημαῖες
τὰ ὀχήματα θὰ σταματήσουν ―
ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες.

Ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες,
θὰ δεῖτε χίλια κορίτσια μὲ τρυπημένα στήθη
ἀκάλυπτα, νὰ σᾶς φωνάζουν:
«γιατί μᾶς στείλατε ἔτσι νωρὶς νὰ κοιμηθοῦμε
σὲ τόσο χιόνι, ἀχτένιστες, κλαμένες;»―
ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες.

Ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες,
θὰ δοῦν κατάπληκτα τὰ πλήθη
πὼς φάλαγγα πιὸ ἀνάλαφρη δὲν πάτησε στὴ γῆ
πὼς λιτανεία πιὸ ἱερὴ δὲν ἔχει παρελάσει
ἀνάσταση πιὸ ἔνδοξη καὶ ματωμένη ―
ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες.

Ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες,
γαμήλιο ἄνθος ἡ πανσέληνος θὰ ὑψωθεῖ νὰ τὶς στολίσει
μέσα στὰ κούφια μάτια τους θὰ κλαῖνε ὀρχῆστρες
οἱ μποῦκλες τους, οἱ ἐπίδεσμοι, θὰ κυματίζουν·
ὢ τότε, πολλοὶ ἀπὸ τύψεις θὰ πεθάνουν ―
ἂν βγῶ περίπατο μὲ τὶς νεκρές μου φίλες.


1964, Χίλια σκοτωμένα κορίτσια

Ἡ Ἀρχή Των - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ἡ Ἀρχή Των - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ἔνομής των ἡδονῆς
ἔγινεν. Ἀπ' τὸ στρῶμα σηκώθηκαν,
καὶ βιαστικὰ ντύνονται χωρὶς νὰ μιλοῦν.
Βγαίνουνε χωριστά, κρυφὰ ἀπ' τὸ σπίτι· καὶ καθὼς
βαδίζουνε κάπως ἀνήσυχα στὸν δρόμο, μοιάζει
σὰν νὰ ὑποψιάζονται ποὺ κάτι ἐπάνω των προδίδει
σὲ τί εἴδους κλίνην ἔπεσαν πρὸ ὀλίγου.

Πλὴν τοῦ τεχνίτου πῶς ἐκέρδισε ἡ ζωή.
Αὔριο, μεθαύριο, ἢ μὲ τὰ χρόνια θὰ γραφοῦν
οἱ στίχ' οἱ δυνατοὶ ποὺ ἐδῶ ἦταν ἡ ἀρχή των.


1921, Ἀναγνωρισμένα

Ὅσο Μπορεῖς - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ὅσο Μπορεῖς - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ᾿ ἐκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὣς ποὺ νὰ γίνει σὰ μιὰ ξένη φορτική.


1913, Ἀναγνωρισμένα

Ἡ Σατραπεία - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ἡ Σατραπεία - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Τί συμφορά, ἐνῶ εἶσαι καμωμένος
γιὰ τὰ ὡραῖα καὶ μεγάλα ἔργα
ἡ ἄδικη αὐτή σου ἡ τύχη πάντα
ἐνθάρρυνσι κ᾿ ἐπιτυχία νὰ σὲ ἀρνεῖται·
νὰ σ᾿ ἐμποδίζουν εὐτελεῖς συνήθειες,
καὶ μικροπρέπειες, κι ἀδιαφορίες.
Καὶ τί φρικτὴ ἡ μέρα ποὺ ἐνδίδεις,
(ἡ μέρα ποὺ ἀφέθηκες κ᾿ ἐνδίδεις),
καὶ φεύγεις ὁδοιπόρος γιὰ τὰ Σοῦσα,
καὶ πηαίνεις στὸν μονάρχην Ἀρταξέρξη
ποὺ εὐνοϊκὰ σὲ βάζει στὴν αὐλή του,
καὶ σὲ προσφέρει σατραπεῖες καὶ τέτοια.
Καὶ σὺ τὰ δέχεσαι μὲ ἀπελπισία
αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ δὲν τὰ θέλεις.
Ἄλλα ζητᾶ ἡ ψυχή σου, γι᾿ ἄλλα κλαίει·
τὸν ἔπαινο τοῦ Δήμου καὶ τῶν Σοφιστῶν,
τὰ δύσκολα καὶ τ᾿ ἀνεκτίμητα Εὖγε·
τὴν Ἀγορά, τὸ Θέατρο καὶ τοὺς Στεφάνους.
Αὐτὰ ποῦ θὰ σ᾿ τὰ δώσει ὁ Ἀρταξέρξης,
αὐτὰ ποῦ θὰ τὰ βρεῖς στὴ σατραπεία·
καὶ τί ζωὴ χωρὶς αὐτὰ θὰ κάμεις.


1910, Ἀναγνωρισμένα

Κεριά - Κωσνταντῖνος Π. Καβάφης

Κεριά - Κωσνταντῖνος Π. Καβάφης

Τοῦ μέλλοντος ἡ μέρες στέκοντ᾿ ἐμπροστά μας
σὰ μιὰ σειρὰ κεράκια ἀναμένα –
χρυσά, ζεστά, καὶ ζωηρὰ κεράκια.

Ἡ περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μία θλιβερὴ γραμμὴ κεριῶν σβυσμένων·
τὰ πιὸ κοντὰ βγάζουν καπνὸν ἀκόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, καὶ κυρτά.

Δὲν θέλω νὰ τὰ βλέπω· μὲ λυπεῖ ἡ μορφή των,
καὶ μὲ λυπεῖ τὸ πρῶτο φῶς των νὰ θυμοῦμαι.
Ἐμπρὸς κυττάζω τ᾿ ἀναμένα μου κεριά.

Δὲν θέλω νὰ γυρίσω νὰ μὴ διῶ καὶ φρίξω
τί γρήγορα ποὺ ἡ σκοτεινὴ γραμμὴ μακραίνει,
τί γρήγορα ποὺ τὰ σβυστὰ κεριὰ πληθαίνουν.


1899, Ἀναγνωρισμένα

Τὰ Βήματα - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Τὰ Βήματα - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Σ' ἐβένινο κρεββάτι στολισμένο
μὲ κοραλλένιους ἀετούς, βαθυὰ κοιμᾶται
ὁ Νέρων - ἀσυνείδητος, ἥσυχος, κι εὐτυχής ˚
ἀκμαῖος μὲς στὴν εὐρωστία τῆς σαρκός,
καὶ στῆς νεότητος τ' ὡραῖο σφρῖγος.

Ἀλλὰ στὴν αἴθουσα τὴν ἀλαβάστρινη ποὺ κλείνει
τῶν Ἀηνοβάρβων τὸ ἀρχαῖο λαράριο
τί ἀνήσυχοι ποὺ εἶν' οἱ Λάρητές του.
Τρέμουν οἱ σπιτικοὶ μικροὶ θεοί,
καὶ προσπαθοῦν τ' ἀσήμαντά των σώματα νὰ κρύψουν.
Γιατί ἄκουσαν μιὰ ἀπαίσια βοή,
θανάσιμη βοὴ τὴν σκάλα ν' ἀνεβαίνει,
βήματα σιδερένια ποὺ τραντάζουν τὰ σκαλιά.
Καὶ λιγοθυμισμένοι τώρα οἱ ἄθλιοι Λάρητες,
μέσα στὸ βάθος τοῦ λαράριου χώνονται,
ὁ ἕνας τὸν ἄλλονα σκουντᾷ καὶ σκουντουφλᾷ, ὁ ἕνας μικρὸς θεὸς πάνω στὸν ἄλλο πέφτει
γιατί κατάλαβαν τί εἶδος βοὴ εἶναι τούτη,
τά 'νοιωσαν πιὰ τὰ βήματα τῶν Ἐρινύων.


1909, Ἀναγνωρισμένα

Ulysses - Alfred Tennyson

Ulysses - Alfred Tennyson

It little profits that an idle king,
by this still hearth, among these barren crags,
match'd with an aged wife, I mete and dole
unequal laws unto a savage race,
that hoard, and sleep, and feed, and know not me.
I cannot rest from travel: I will drink
life to the lees: All times I have enjoy'd
greatly, have suffer'd greatly, both with those
that loved me, and alone, on shore, and when
thro' scudding drifts the rainy Hyades
vext the dim sea: I am become a name;
for always roaming with a hungry heart
much have I seen and known; cities of men
and manners, climates, councils, governments,
myself not least, but honour'd of them all;
and drunk delight of battle with my peers,
far on the ringing plains of windy Troy.
I am a part of all that I have met;
yet all experience is an arch wherethro'
gleams that untravell'd world whose margin fades
for ever and forever when I move.
How dull it is to pause, to make an end,
to rust unburnish'd, not to shine in use!
As tho' to breathe were life! Life piled on life
were all too little, and of one to me
little remains: but every hour is saved
from that eternal silence, something more,
a bringer of new things; and vile it were
for some three suns to store and hoard myself,
and this gray spirit yearning in desire
to follow knowledge like a sinking star,
beyond the utmost bound of human thought.

This is my son, mine own Telemachus,
to whom I leave the sceptre and the isle,—
well-loved of me, discerning to fulfil
this labour, by slow prudence to make mild
a rugged people, and thro' soft degrees
subdue them to the useful and the good.
Most blameless is he, centred in the sphere
of common duties, decent not to fail
in offices of tenderness, and pay
meet adoration to my household gods,
when I am gone. He works his work, I mine.

There lies the port; the vessel puffs her sail:
there gloom the dark, broad seas. My mariners,
souls that have toil'd, and wrought, and thought with me—
that ever with a frolic welcome took
the thunder and the sunshine, and opposed
free hearts, free foreheads—you and I are old;
old age hath yet his honour and his toil;
death closes all: but something ere the end,
some work of noble note, may yet be done,
not unbecoming men that strove with Gods.
The lights begin to twinkle from the rocks:
the long day wanes: the slow moon climbs: the deep
moans round with many voices. Come, my friends,
'tis not too late to seek a newer world.
Push off, and sitting well in order smite
the sounding furrows; for my purpose holds
to sail beyond the sunset, and the baths
of all the western stars, until I die.
It may be that the gulfs will wash us down:
it may be we shall touch the Happy Isles,
and see the great Achilles, whom we knew.
tho' much is taken, much abides; and tho'
we are not now that strength which in old days
moved earth and heaven, that which we are, we are;
one equal temper of heroic hearts,
made weak by time and fate, but strong in will
to strive, to seek, to find, and not to yield.


1842, Poems

Ἰθάκη - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ἰθάκη - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Σὰ βγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὴν Ἰθάκη,
νὰ εὔχεσαι νἆναι μακρὺς ὁ δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τοὺς Λαιστρυγόνας καὶ τοὺς Κύκλωπας,
τὸν θυμωμένο Ποσειδῶνα μὴ φοβᾶσαι,
τέτοια στὸν δρόμο σου ποτέ σου δὲν θὰ βρεῖς,
ἂν μέν᾿ ἡ σκέψις σου ὑψηλή, ἂν ἐκλεκτὴ
συγκίνησις τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα σου ἀγγίζει.

Τοὺς Λαιστρυγόνας καὶ τοὺς Κύκλωπας,
τὸν ἄγριο Ποσειδώνα δὲν θὰ συναντήσεις,
ἂν δὲν τοὺς κουβανεῖς μὲς στὴν ψυχή σου,
ἂν ἡ ψυχή σου δὲν τοὺς στήνει ἐμπρός σου.

Νὰ εὔχεσαι νά ῾ναι μακρὺς ὁ δρόμος.
Πολλὰ τὰ καλοκαιρινὰ πρωϊὰ νὰ εἶναι
ποὺ μὲ τί εὐχαρίστηση, μὲ τί χαρὰ
θὰ μπαίνεις σὲ λιμένας πρωτοειδωμένους·

νὰ σταματήσεις σ᾿ ἐμπορεῖα Φοινικικά,
καὶ τὲς καλὲς πραγμάτειες ν᾿ ἀποκτήσεις,
σεντέφια καὶ κοράλλια, κεχριμπάρια κ᾿ ἔβενους,
καὶ ἡδονικὰ μυρωδικὰ κάθε λογῆς,
ὅσο μπορεῖς πιὸ ἄφθονα ἡδονικὰ μυρωδικά.

Σὲ πόλεις Αἰγυπτιακὲς πολλὲς νὰ πᾷς,
νὰ μάθεις καὶ νὰ μάθεις ἀπ᾿ τοὺς σπουδασμένους.
Πάντα στὸ νοῦ σου νἄχῃς τὴν Ἰθάκη.
Τὸ φθάσιμον ἐκεῖ εἶν᾿ ὁ προορισμός σου.

Ἀλλὰ μὴ βιάζῃς τὸ ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλὰ νὰ διαρκέσει.
Καὶ γέρος πιὰ ν᾿ ἀράξῃς στὸ νησί,
πλούσιος μὲ ὅσα κέρδισες στὸν δρόμο,
μὴ προσδοκώντας πλούτη νὰ σὲ δώσῃ ἡ Ἰθάκη.

Ἡ Ἰθάκη σ᾿ ἔδωσε τ᾿ ὡραῖο ταξίδι.
Χωρὶς αὐτὴν δὲν θἄβγαινες στὸν δρόμο.
Ἄλλα δὲν ἔχει νὰ σὲ δώσει πιά.

Κι ἂν πτωχικὴ τὴν βρῇς, ἡ Ἰθάκη δὲν σὲ γέλασε.
Ἔτσι σοφὸς ποὺ ἔγινες, μὲ τόση πείρα,
ἤδη θὰ τὸ κατάλαβες ᾑ Ἰθάκες τί σημαίνουν


1911, Ἀναγνωρισμένα

Θερμοπύλες - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Θερμοπύλες - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Τιμὴ σὲ ἐκείνους ὅπου στὴν ζωὴν των
ὥρισαν καὶ φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες,
δίκαιοι κ᾿ ἴσιοι σ᾿ ὅλες των τὲς πράξεις,
ἀλλὰ μὲ λύπη κιόλας κ᾿ εὐσπλαχνία,
γενναῖοι ὁσάκις εἶναι πλούσιοι,
κι ὅταν εἶναι πτωχοί, πάλ᾿ εἰς μικρὸν γενναῖοι,
πάλι συντρέχοντες ὅσο μποροῦνε,
πάντοτε τὴν ἀλήθεια ὁμιλοῦντες,
πλὴν χωρὶς μίσος γιὰ τοὺς ψευδόμενους.

Καὶ περισσότερη τιμὴ τοὺς πρέπει ὅταν προβλέπουν,
καὶ πολλοὶ προβλέπουν,
πῶς ὁ Ἐφιάλτης θὰ φανεῖ στὸ τέλος,
κ᾿ οἱ Μῆδοι ἐπιτέλους θὰ διαβοῦνε.


1903, Ἀναγνωρισμένα

A Leave-Taking - Algernon Charles Swinburne

A Leave-Taking - Algernon Charles Swinburne

Let us go hence, my songs; she will not hear.
Let us go hence together without fear;
keep silence now, for singing-time is over,
and over all old things and all things dear.
She loves not you nor me as all we love her.
Yea, though we sang as angels in her ear,
she would not hear.

Let us rise up and part; she will not know.
Let us go seaward as the great winds go,
full of blown sand and foam; what help is here?
There is no help, for all these things are so,
and all the world is bitter as a tear.
And how these things are, though ye strove to show,
she would not know.

Let us go home and hence; she will not weep.
We gave love many dreams and days to keep,
flowers without scent, and fruits that would not grow,
saying 'If thou wilt, thrust in thy sickle and reap.'
All is reaped now; no grass is left to mow;
and we that sowed, though all we fell on sleep,
she would not weep.

Let us go hence and rest; she will not love.
She shall not hear us if we sing hereof,
nor see love's ways, how sore they are and steep.
Come hence, let be, lie still; it is enough.
love is a barren sea, bitter and deep;
and though she saw all heaven in flower above,
she would not love.

Let us give up, go down; she will not care.
Though all the stars made gold of all the air,
and the sea moving saw before it move
one moon-flower making all the foam-flowers fair;
though all those waves went over us, and drove
deep down the stifling lips and drowning hair,
she would not care.

Let us go hence, go hence; she will not see.
Sing all once more together; surely she,
she too, remembering days and words that were,
will turn a little toward us, sighing; but we,
we are hence, we are gone, as though we had not been there.
Nay, and though all men seeing had pity on me,
she would not see.


1866, Poems and Ballads: First Series

Στὰ 200 π.Χ. - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Στὰ 200 π.Χ. - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων–»

Μποροῦμε κάλλιστα νὰ φανταστοῦμε
πὼς θ’ ἀδιαφόρησαν παντάπασι στὴν Σπάρτη
γιὰ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτή. «Πλὴν Λακεδαιμονίων»,
μὰ φυσικά. Δὲν ἦσαν οἱ Σπαρτιᾶται
γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν καὶ γιὰ νὰ τοὺς προστάζουν
σὰν πολυτίμους ὑπηρέτας. Ἄλλωστε
μιὰ πανελλήνια ἐκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ ἀρχηγό
δὲν θὰ τοὺς φαίνονταν πολλῆς περιωπῆς.
Ἂ βεβαιότατα «πλὴν Λακεδαιμονίων».
Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ στάσις. Νιώθεται.

Ἔτσι, πλὴν Λακεδαιμονίων στὸν Γρανικό•
καὶ στὴν Ἰσσὸ μετὰ• καὶ στὴν τελειωτική
τὴν μάχη, ὅπου ἐσαρώθη ὁ φοβερὸς στρατός
ποὺ στ’ Ἄρβηλα συγκέντρωσαν οἱ Πέρσαι:
ποὺ ἀπ’ τ’ Ἄρβηλα ξεκίνησε γιὰ νίκην, κι ἐσαρώθη.

Κι ἀπ’ τὴν θαυμάσια πανελλήνιαν ἐκστρατεία
τὴν νικηφόρα, τὴν περίλαμπρη,
τὴν περιλάλητη, τὴν δοξασμένη
ὡς ἄλλη δὲν δοξάσθηκε καμιά,
τὴν ἀπαράμιλλη: βγήκαμ’ ἐμεῖς•
ἑλληνικὸς καινούριος κόσμος, μέγας. 

Ἐμεῖς• οἱ Ἀλεξανδρείς, οἱ Ἀντιοχείς,
οἱ Σελευκείς, κι οἱ πολυάριθμοι
ἐπίλοιποι Ἕλληνες Αἰγύπτου καὶ Συρίας,
κι οἱ ἐν Μηδίᾳ, κι οἱ ἐν Περσίδι, κι ὅσοι ἄλλοι.
Μὲ τὲς ἐκτεταμένες ἐπικράτειες,
μὲ τὴν ποικίλη δράση τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν.
Καὶ τὴν Κοινὴν Ἑλληνικὴ Λαλιά
ὡς μέσα στὴν Βακτριανή την πήγαμεν, ὡς τοὺς Ἰνδούς.

Γιὰ Λακεδαιμονίους νὰ μιλοῦμε τώρα!


1931, Ἀναγνωρισμένα

Περιμένοντας τοὺς Βαρβάρους - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Περιμένοντας τοὺς Βαρβάρους - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

— Τί περιμένουμε στὴν ἀγορὰ συναθροισμένοι;

Εἶναι οἱ βάρβαροι νὰ φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στὴν Σύγκλητο μιὰ τέτοια ἀπραξία;
Τί κάθοντ᾿ οἱ Συγκλητικοὶ καὶ δὲν νομοθετοῦνε;

Γιατὶ οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα.
Τί νόμους πιὰ θὰ κάμουν οἱ Συγκλητικοί;
Οἱ βάρβαροι σὰν ἔλθουν θὰ νομοθετήσουν.

— Γιατί ὁ αὐτοκράτωρ μας τόσο πρωῒ σηκώθη,
καὶ κάθεται στῆς πόλεως τὴν πιὸ μεγάλη πύλη
στὸν θρόνο ἐπάνω, ἐπίσημος, φορῶντας τὴν κορῶνα;

Γιατί οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα.
Κι ὁ αὐτοκράτωρ περιμένει νὰ δεχθεῖ
τὸν ἀρχηγό τους. Μάλιστα ἑτοίμασε
γιὰ νὰ τὸν δώσει μιὰ περγαμηνή. Ἐκεῖ
τὸν ἔγραψε τίτλους πολλοὺς κι ὀνόματα.

— Γιατί οἱ δυό μας ὕπατοι κ᾿ οἱ πραίτορες ἐβγῆκαν
σήμερα μὲ τὲς κόκκινες, τὲς κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν μὲ τόσους ἀμεθύστους,
καὶ δαχτυλίδια μὲ λαμπρὰ γυαλιστερὰ σμαράγδια·
γιατί νὰ πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ᾿ ἀσήμια καὶ μαλάματα ἔκτακτα σκαλισμένα;

Γιατὶ οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα·
καὶ τέτοια πράγματα θαμπώνουν τοὺς βαρβάρους.

— Γιατί κ᾿ οἱ ἄξιοι ρήτορες δὲν ἔρχονται σὰν πάντα
νὰ βγάλουνε τοὺς λόγους τους, νὰ ποῦνε τὰ δικά τους;

Γιατὶ οἱ βάρβαροι θὰ φθάσουν σήμερα·
κι αὐτοὶ βαριοῦντ᾿ εὐφράδειες καὶ δημηγορίες.

— Γιατί ν᾿ ἀρχίσει μονομιᾶς αὐτὴ ἡ ἀνησυχία
κ᾿ ἡ σύγχυσις. (Τὰ πρόσωπα τί σοβαρὰ ποὺ ἐγίναν).
Γιατί ἀδειάζουν γρήγορα οἱ δρόμοι κ᾿ οἱ πλατέες,
κι ὅλοι γυρνοῦν στὰ σπίτια τους πολὺ συλλογισμένοι;

Γιατὶ ἐνύχτωσε κ᾿ οἱ βάρβαροι δὲν ἦλθαν.
Καὶ μερικοὶ ἔφθασαν ἀπ᾿ τὰ σύνορα,
καὶ εἴπανε πὼς βάρβαροι πιὰ δὲν ὑπάρχουν.

Καὶ τώρα τί θὰ γένουμε χωρὶς βαρβάρους.
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν μιὰ κάποια λύσις.


1904, Ἀναγνωρισμένα

Sonnet 35 - Elizabeth Barrett Browning

Sonnet 35 - Elizabeth Barrett Browning

If I leave all for thee, wilt thou exchange
and be all to me? Shall I never miss
home-talk and blessing and the common kiss
that comes to each in turn, nor count it strange,
when I look up, to drop on a new range
of walls and floors ... another home than this?
Nay, wilt thou fill that place by me which is
filled by dead eyes too tender to know change?
That's hardest. If to conquer love, has tried,
to conquer grief, tries more ... as all things prove;
for grief indeed is love and grief beside.
Alas, I have grieved so I am hard to love.
yet love me—wilt thou? Open thine heart wide,
and fold within, the wet wings of thy dove.


1850, Sonnets from the Portuguese

So We'll Go No More a Roving - Lord Byron

So We'll Go No More a Roving - Lord Byron

So, we'll go no more a roving
so late into the night,
though the heart be still as loving,
and the moon be still as bright.

For the sword outwears its sheath,
and the soul wears out the breast,
and the heart must pause to breathe,
and love itself have rest.

Though the night was made for loving,
and the day returns too soon,
yet we'll go no more a roving
by the light of the moon.


1817

Sonnet 98 - William Shakespeare

Sonnet 98 - William Shakespeare

From you have I been absent in the spring,
when proud-pied April, dressed in all his trim,
hath put a spirit of youth in everything,
that heavy Saturn laughed and leaped with him.
Yet nor the lays of birds, nor the sweet smell
of different flowers in odour and in hue,
could make me any summer’s story tell,
or from their proud lap pluck them where they grew:
nor did I wonder at the lily’s white,
nor praise the deep vermilion in the rose;
they were but sweet, but figures of delight
drawn after you, – you pattern of all those.
Yet seem’d it winter still, and, you away,
as with your shadow I with these did play.


1609, Shakespeare's Sonnets

Sonnet 87 - William Shakespeare

Sonnet 87 - William Shakespeare

Farewell! Thou art too dear for my possessing,
and like enough thou knowst thy estimate.
The Charter of thy worth gives thee releasing;
my bonds in thee are all determinate.
For how do I hold thee but by thy granting,
and for that riches where is my deserving?
The cause of this fair gift in me is wanting,
and so my patent back again is swerving.
Thy self thou gav'st, thy own worth then not knowing,
or me, to whom thou gav'st it, else mistaking,
so thy great gift, upon misprision growing,
comes home again, on better judgement making.
Thus have I had thee as a dream doth flatter:
in sleep a king, but waking no such matter.

1609, Shakespeare's Sonnets

Τότε ποὺ σ᾿ εἶδα νά ῾ρχεσαι... - Λάμπρος Πορφύρας

Τότε ποὺ σ᾿ εἶδα νά ῾ρχεσαι... - Λάμπρος Πορφύρας

Τότε ποὺ σ᾿ εἶδα νά ῾ρχεσαι μὲ τ᾿ ἄλλα χελιδόνια,
τότε καὶ μόλις ἔνιωσα γιὰ ποιὰ χαρὰ μιλοῦσαν
μέσα στὰ φύλλα τὰ πουλιὰ τὰ πνεύματα στὰ κλώνια
κι οἱ πεταλοῦδες ποὺ στὸ φῶς νιογέννητες ξυπνοῦσαν.

Τὸ μονοπάτι διάβαινες κι εἶχες μία λάμψη τόση,
μιὰ τέτοιαν ἄνθινη ὀμορφιὰ στὸ νοτισμένο χῶμα,
ποῦ δίχως ἄλλο ἡ Ἄνοιξη θὰ σ᾿ εἶχεν ἀνταμώσει
καὶ κάτω ἀπ᾿ τὶς ἀμυγδαλιές σὲ φίλησε στὸ στόμα.

[Ἔγειρα σκεφτικὸς τὸ βλέμμα χάμου] - Στέφανος Μαρτζώκης

[Ἔγειρα σκεφτικὸς τὸ βλέμμα χάμου] - Στέφανος Μαρτζώκης

Ἔγειρα σκεφτικὸς τὸ βλέμμα χάμου
κι ἅπλωσα μὲς στὰ φρύδια τὴν παλάμη
κι ἀφ' τ' ἀνοιχτὰ θωροῦσα δάχτυλά μου
τὰ μάτια ποὺ εὐτυχῆ μ' ἔχουνε κάμει.

Ἐρχότουνε τὸ χνῶτό της στιμά μου
καὶ μ' ἔκανε νὰ τρέμω σὲ καλάμι,
κι ἵδρωτας κρύος χυνόταν στὰ μαλλιά μου
κι ἀπὸ τὸ μέτωπο ἔτρεχε ποτάμι.

Ὅταν τὸ χέρι μου ἔβγαλα, τὸ βλέμμα
ἐγύρισα δειλὰ μὲ τόση ἀχτῖδα
καὶ στὴν καρδιὰ πλημμύρισε τὸ αἷμα.

Τὸ φόρεμά της ἔκανε πὼς σιάζει
κι ὅταν τὸ μάτι σήκωσε, τὴν εἶδα
νὰ μὲ βλέπει, χωρὶς νὰ κυττάζει.


1898, Ποικίλη Στοά

Λήθη - Λορέντζος Μαβίλης

Λήθη - Λορέντζος Μαβίλης

Καλότυχοι oἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσῃ
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσῃ,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιάς τὴν κρουσταλλένια βρύση
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσῃ,
ἂν στάξῃ γι’ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι’ ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται,
διαβαίνοντας λειβάδια ἀπὸ ἀσφοδίλι,
πόνους παληοὺς ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂν δὲ μπορῇς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
θέλουν—μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.


1899

Ἐλιά - Λορέντζος Μαβίλης

Ἐλιά - Λορέντζος Μαβίλης

Στὴν κουφάλα σου ἐφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ἐλιά, ποὺ γέρνεις μὲ τὴ λίγη
πρασινάδα ποὺ ἀκόμα σὲ τυλίγει
σὰ νἄθελε νὰ σὲ νεκροστολίσῃ.

Καὶ τὸ κάθε πουλάκι στὸ μεθύσι
τῆς ἀγάπης πιπίζοντας ἀνοίγει
στὸ κλαρί σου ἐρωτάρικο κυνῆγι,
στὸ κλαρί σου ποὺ δὲ θὰ ξανανθίσῃ.

Ὢ πόσο στὴ θανὴ θὰ σὲ γλυκάνουν,
μὲ τὴ μαγευτικιὰ βοὴ ποὺ κάνουν,
ὁλοζώντανης νιότης ὀμορφάδες

ποὺ σὰ θύμησες μέσα σου πληθαίνουν·
Ὢ νὰ μποροῦσαν ἔτσι νὰ πεθαίνουν
καὶ ἄλλες ψυχὲς τῆς ψυχῆς σου ἀδερφάδες.


1899

Leda and the Swan - William Butler Yeats

Leda and the Swan - William Butler Yeats

A sudden blow: the great wings beating still
above the staggering girl, her thighs caressed
by the dark webs, her nape caught in his bill,
he holds her helpless breast upon his breast.

How can those terrified vague fingers push
the feathered glory from her loosening thighs?
And how can body, laid in that white rush,
but feel the strange heart beating where it lies?

A shudder in the loins engenders there
the broken wall, the burning roof and tower
and Agamemnon dead.
                                     Being so caught up,
so mastered by the brute blood of the air,
did she put on his knowledge with his power
before the indifferent beak could let her drop?


1928, The Tower

ᾨδὴ Τρίτη. Εἰς Θάνατον - Ἀνδρέας Κάλβος

ᾨδὴ Τρίτη. Εἰς Θάνατον - Ἀνδρέας Κάλβος

α´.
Εἰς τοῦτον τὸν ναόν,
τῶν πρώτων Χριστιανῶν
παλαιότατον κτίριον,
πῶς ἦλθον; πῶς εὑρίσκομαι
γονατισμένος;

β´.
Ὅλην τὴν Οἰκουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ἥσυχα, παγωμένα,
τὰ μεγάλα πτερὰ
τῆς βαθείας νύκτας.

γ´.
Ἐδῶ σίγα· κοιμῶνται
τῶν ἁγίων τὰ λείψανα·
Σίγα ἐδῶ, μὴ ταράξῃς
τὴν ἱερὰν ἀνάπαυσιν
τῶν τεθνημένων.

δ´.
Ἀκούω τοῦ λυσσῶντος
ἀνέμου τὴν ὁρμήν·
κτυπᾷ μὲ᾿ βίαν· ἀνοίγονται
τοῦ ναοῦ τὰ παράθυρα
κατασχισμένα.

ε´.
Ἀπὸ τὸν οὐρανόν,
ὅπου τὰ μελανόπτερα
σύννεφα ἀρμενίζουν,
τὸ ψυχρόν της ἀργύριον
ρίπτει ἡ σελήνη.

ς´.
Καὶ ἕνα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλὸν μάρμαρον·
σβησθὲν λιβανιστήριον,
κερία σβηστὰ καὶ κόλυβα
ἔχει τὸ μνῆμα.

ζ´.
Ὦ παντοδυναμώτατε!
τί εἶναι; τί παθαίνω;
ὀρθαὶ εἰς τὴν κεφαλήν μου
στέκονται ᾑ τρίχες!... λείπει
ἡ ἀναπνοή μου!

η´.
Ἰδού, ἡ πλάκα σείεται...
ἰδοὺ ἀπὸ τὰ χαράγματα
τοῦ μνήματος ἐκβαίνει
λεπτὴ ἀναθυμίασις
κ᾿ ἐμπρός μου μένει.

θ´.
Ἐπυκνώθη· λαμβάνει
μορφὴν ἀνθρωπικήν.
Τί εἶσαι; εἰπέ μου; πλάσμα,
φάντασμα τοῦ νοός μου
τεταραγμένου;

ι´.
Ἢ ζωντανὸς εἶσ᾿ ἄνθρωπος,
καὶ κατοικεῖς τοὺς τάφους;
χαμογελάεις;.... ἂν ἄφηκας
τὸν ἅδην.... ἢ ὁ παράδεισος
εἰπέ μου ἂν σ᾿ ἔχῃ.

ια´.
-Mη μ᾿ ἐρωτᾶς· τὸ ἀνέκφραστον
μυστήριον τοῦ θανάτου
μὴν ἐρευνᾷς· τὰ στήθη,
τὰ στήθη ῾ποὺ σ᾿ ἐβύζασαν
ἐμπρός σου βλέπεις.

ιβ´.
Ὦ τέκνον μου, ὦ τέκνον μου,
ἀγαπητόν μου σπλάγχνον,
ἀνόμοιος εἶναι ἡ μοίρα μας,
καὶ προσπαθεῖς ματαίως
῾νὰ μὲ ἀγκαλιάσῃς.

ιγ´.
Παῦσε τὰ δάκρυα. Ἡσύχασε
τὸ πάθος τῆς καρδιᾶς σου.
Ἂν ἡ χαρὰ ἡ ἀνέλπιστος,
ὅτι μὲ εἶδες, βρέχῃ
τοὺς ὀφθαλμούς σου.

ιδ´.
Μειδίασον, χαίρου φίλε μου,
μᾶλλον· ἀλλ᾿ ἂν ἡ πίκρα,
ὅτι τὸν ἥλιον ἄφηκα,
τώρα σὲ κυριεύῃ,
παρηγορήσου.

ιε´.
Τί κλαίεις; τὴν κατάστασιν
ἀγνοεῖς τῆς ψυχῆς μου·
καὶ εἰς τοῦτο τὸ μνῆμα
τὸ σῶμα μου ἀναπαύεται
ἀπὸ τοὺς κόπους.

ις´.
Ναί, κόπος ἀνυπόφερτος
εἶναι ἡ ζωή· ᾑ ἐλπίδες,
οἱ φόβοι, καὶ τοῦ κόσμου
ᾑ χαραὶ καὶ τὸ μέλι
σᾶς βασανίζουν.

ιζ´.
Ἐδῶ ἡμεῖς οἱ νεκροὶ
παντοτινὴν εἰρήνην
ἀπολαύσαμεν, ἄφοβοι,
ἄλυποι, δίχως ὄνειρα
ἔχομεν ὕπνον.

ιη´.
Σεῖς οἱ δειλοὶ ἀχνύζετε
ὅτάν τις ψιθυρίσῃ
τ᾿ ὄνομα τοῦ θανάτου
ἀλλ᾿ ἄφευκτος ὁ θάνατος,
ἄφευκτος εἶναι.

ιθ´.
Μία καὶ μόνη εἶναι
ἡ ὁδός, καὶ εἰς τὸν τάφον
φέρνει· εἰς αὐτὴν ἡ ἀνάγκη
ἀμάχητον μὲ᾿ χεῖρα
ὠθεῖ τοὺς ζώντας.

κ´.
Υἱέ μου πνέουσαν μ᾿ εἶδες
ὁ ἥλιος κυκλοδίωκτος,
ὡς ἀράχνη, μ᾿ ἐδίπλωνε
καὶ μὲ᾿ φῶς καὶ μὲ᾿ θάνατον
ἀκαταπαύστως.

κα´.
Τὸ πνεῦμα ὁποὺ μ᾿ ἐμψύχωνε
τοῦ Θεοῦ ἦτον φύσημα,
καὶ εἰς τὸν Θεὸν ἀνέβη·
γῆ τὸ κορμί μου, κ᾿ ἔπεσεν
ἐδῶ εἰς τὸν λάκκον.

κβ´.
Ἀλλὰ τὸ φέγγος χάνεται
τῆς σελήνης· σὲ ἀφίνω·
πάλιν θέλω σὲ εἰδεῖν
ὅτε ἡ ζωή σου λείψει,
καὶ τότε μόνον.

κγ´.
Μὲ᾿ τὴν εὐχήν μου ὕπαγε·
ἄλλο δὲν λέγω· θέλω
εἰς τὴν συνείδησίν σου
τὰ λοιπὰ φανερώσειν
ὕστερον... χαῖρε...

κδ´.
Τέκνον μου χαῖρε... -Πρόσμενε,
τὸν υἱὸν λυπημένον
μὴ παραιτήσῃς. Ἔπεσε.
Καὶ μένουν οἱ ὀφθαλμοί μου
εἰς βαθὺ σκότος.

κε´.
Ὦ φωνή, ὦ μητέρα,
ὦ τῶν πρώτων μου χρόνων
σταθερὰ παρηγόρησις·
ὄμματ᾿ ὁποὺ μ᾿ ἐβρέχατε
μὲ᾿ γλυκὰ δάκρυα!

κς´.
Καὶ σὺ στόμα ὁποὺ ἐφίλησα
τόσαις φοραίς, μὲ᾿ τόσην
θερμοτάτην ἀγάπην,
πόση ἄπειρος ἄβυσσος
μᾶς ξεχωρίζει!

κζ´.
Αἴ, καὶ ἄπειρος ἂς εἶναι
κ᾿ ἔτι φοβερωτέρα·
ἐκεῖ μέσα ἀτάρακτος
θέλω ἐγὼ συντριφθεῖν
γυρεύοντάς σας.

κη´.
Τώρα, τώρα τὰ χείλη μου
δύνανται ῾νὰ φιλήσουν
τοῦ θανάτου τὰ γόνατα·
῾νὰ στέψω τὸ κρανίον του
δύναμαι τώρα.

κθ´.
Ποῦ εἶναι τὰ ρόδα; φέρετε
στεφάνους ἀμαράντους·
τὴν λύραν δότε· ὑμνήσατε·
ὁ φοβερὸς ἐχθρὸς
ἔγινε φίλος.

λ´.
Κεῖνος ὁποὺ τὸ μέτωπον
τρυφερῶν γυναικῶν
ἀγκάλιασε, πῶς δύναται
εἰς ἀνδρικὴν καρδίαν
῾νὰ ρίψῃ φόβον;

λα´.
Ποῖος ἄνθρωπος εἰς κίνδυνον
εἶναι; τώρα ὁποὺ βλέπω
τὸν θάνατον μὲ᾿ θάρρος,
ἐγὼ κρατῶ τὴν ἄγκυραν
τῆς σωτηρίας.

λβ´.
Ἐγὼ τώρα ἐξαπλώνω
ἰσχυρᾶν δεξιὰν
καὶ τὴν ἄτιμον σφίγγω
πλεξίδα τῶν τυράννων
δολιοφρόνων.

λγ´.
Ἐγὼ τὰ σκῆπτρα στάζοντα
αἵματος καὶ δακρύων
καταπατῶ· καὶ καίω
τῆς δεισιδαιμονίας
τὸ βαρὺ βάκτρον.

λδ´.
Ἐπάνω εἰς τὸν βωμὸν
τῆς ἀληθείας, τὰ σφάγια
τώρα ἐγὼ ρίπτω· μ᾿ ἄφθονα
τὸν λίβανον σωρεύω,
μ᾿ ἄφθονα χέρια.

λε´.
Ὡς ἀπ᾿ ἕνα βουνὸν
ὁ ἀετὸς εἰς ἄλλο
πετάει, καἰγὼ τὰ δύσκολα
κρημνὰ τῆς ἀρετῆς
οὕτω ἐπιβαίνω.


1824, Λύρα

Orpheus. Eurydike. Hermes - Rainer Maria Rilke

Orpheus. Eurydike. Hermes - Rainer Maria Rilke
(μτφρ. Franz Wright)

This was the eerie mine of souls.
Like silent silver-ore
they veined its darkness. Between roots
the blood that flows off into humans welled up,
looking dense as porphyry in the dark.
Otherwise, there was no red.

There were cliffs
and unreal forests. Bridges spanning emptiness
and that huge gray blind pool
hanging above its distant floor
like a stormy sky over a landscape.
And between still gentle fields
a pale strip of road unwound.

They came along this road.

In front the slender man in the blue cloak,
mute, impatient, looking straight ahead.
Without chewing, his footsteps ate the road
in big bites; and both his hands hung
heavy and clenched by the pour of his garment
and forgot all about the light lyre,
become like a part of his left hand,
rose tendrils strung in the limbs of an olive.
His mind like two minds.
While his gaze ran ahead, like a dog,
turned, and always came back from the distance
to wait at the next bend–
his hearing stayed close, like a scent.
At times it seemed to reach all the way back
to the movements of the two others
who ought to be following the whole way up.
And sometimes it seemed there was nothing behind him
but the echo of his own steps, the small wind
made by his cloak. And yet
he told himself: they were coming, once;
said it out loud, heard it die away . . .
They were coming. Only they were two
who moved with terrible stillness. Had he been allowed
to turn around just once (wouldn't that look back
mean the disintegration of this whole work,
still to be accomplished) of course he would have seen them,
two dim figures walking silently behind:

the god of journeys and secret tidings,
shining eyes inside the traveler's hood,
the slender wand held out in front of him,
and wings beating in his ankles;
and his left hand held out to: her.

This woman who was loved so much, that from one lyre
more mourning came than from women in mourning;
that a whole world was made from mourning, where
everything was present once again: forest and valley
and road and village, field, river and animal;
and that around this mourning-world, just as
around the other earth, a sun
and a silent star-filled sky wheeled,
a mourning-sky with displaced constellations–:
this woman who was loved so much . . .

But she walked alone, holding the god's hand,
her footsteps hindered by her long graveclothes,
faltering, gentle, and without impatience.
She was inside herself, like a great hope,
and never thought of the man who walked ahead
or the road that climbed back toward life.
She was inside herself. And her being dead
filled her like tremendous depth.
As a fruit is filled with its sweetness and darkness
she was filled with her big death, still so new
that it hadn't been fathomed.

She found herself in a resurrected
virginity; her sex closed
like a young flower at nightfall.
And her hands were so weaned from marriage
that she suffered from the light
god's endlessly still guiding touch
as from too great an intimacy.

She was no longer the blond woman
who sometimes echoed in the poet's songs,
no longer the fragrance, the island of their wide bed,
and no longer the man's to possess.

She was already loosened like long hair
and surrendered like the rain
and issued like massive provisions.
She was already root.

And when all at once the god stopped
her, and with pain in his voice
spoke the words: he has turned around–,
she couldn't grasp this and quietly said: who?

But far off, in front of the bright door
stood someone whose face
had grown unrecognizable. He just stood and watched,
how on this strip of road through the field
the god of secret tidings, with a heartbroken expression,
silently turned to follow the form
already starting back along the same road,
footsteps hindered by long graveclothes,
faltering, gentle, and without impatience.


1908, Neue Gedichte

Sailing to Byzantium - William Butler Yeats

Sailing to Byzantium - William Butler Yeats

That is no country for old men. The young
in one another's arms, birds in the trees
– those dying generations – at their song,
the salmon‐falls, the mackerel‐crowded seas,
fish, flesh, or fowl, commend all summer long
whatever is begotten, born, and dies.
Caught in that sensual music all neglect
monuments of unageing intellect.

An aged man is but a paltry thing,
a tattered coat upon a stick, unless
soul clap its hands and sing, and louder sing
for every tatter in its mortal dress,
nor is there singing school but studying
monuments of its own magnificence;
and therefore I have sailed the seas and come
to the holy city of Byzantium.

O sages standing in God's holy fire
as in the gold mosaic of a wall,
come from the holy fire, perne in a gyre,
and be the singing‐masters of my soul.
Consume my heart away; sick with desire
and fastened to a dying animal
it knows not what it is; and gather me
into the artifice of eternity.

Once out of nature I shall never take
my bodily form from any natural thing,
but such a form as Grecian goldsmiths make
of hammered gold and gold enamelling
to keep a drowsy Emperor awake;
or set upon a golden bough to sing
to lords and ladies of Byzantium
of what is past, or passing, or to come.


1928, The Tower

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός 1. Καὶ εἴδανε τὸ ξόδι σου μὲ τὴν κεροδοσιά σου. 2. Στὴ θύρα τὴν ὁλόχρυση τῆς Παντ...