Τ’ ἀγαπημένα, τὰ ὀρθάνοιχτα χρόνια τῆς ζωῆς μου
ποὺ τὰ σφαλήσανε στὴν ἄπνοια καὶ τὴν καταχνιά —
ὅ,τι μὲ στέρησαν, ποῦ νὰ τὰ ξαναβρῶ;
Προσπάθησα μὲ τὶς ἀφαίρεσες ν’ ἀναπληρώσω
ἁρμύρες, ἄστρα, δέντρα, πολιτεῖες·
ἦρθε καὶ μὲ συντρόφεψε ἡ Μελέτη:
σκληρὴ κι’ αὐτή, μοῦ φώτισε τὸ τί ἔχω χάσει.
Προσπάθειες μάταιες, φτωχικές, πῶς θ’ ἀναπλήρωνεν
ὁ θάνατος τὴ ζωή, κι’ οἱ ξεραΐλες,
πλούσια χλωρίδα τῶν καλῶν καιρῶν;
μὴν «οἱ νεκροὶ ἀναστήσονται κι’ αἰνέσουσί σέ;»
Κλείσθηκα καὶ μονώθηκα μὲ τὴν ἀγάπη,
τὴ βαθύρριζη ἀγάπη τὴν πολὺ πιστή
κι’ ἦταν πηγάδι ἀστέρευτο ἡ εὐφροσύνη,
μ’ ἔγνιες, μὲ μέριμνες καὶ μὲ στοργές,
σύνεργα ποὺ γεμίζανε τοὺς ἀδειασμένους
κι’ ἀμελημένους χώρους μιᾶς ἄθλιας ψυχῆς.
Ἀλλὰ ἦρθαν καὶ τὰ κόψανε τὰ νήματα,
μοῦ στρέβλωσαν τὴν ἁρμονία καὶ τῆς ἀγάπης,
οὔτε αὐτὴν δὲν μοῦ ἀφῆκαν, μάταιες οἱ ἔγνιες,
κούφιες βγῆκαν οἱ μακρόσυρτες προσευχές.
Καὶ τάχα τώρα ποιά πλέον προσμονή,
ἢ ποιά στροφὴ θὰ μοῦ ἀποδώσει ὅ,τι ἀφαιρέθη;
Καὶ τὸ ἄδικο ποὺ μούγινε, ποιά μοῖρα,
τὸ ἄδικο, ποὺ εἶναι τόσο μυθικὰ μεγάλο,
θὰ βγάλει κέλευσμα νᾶν τὸ ἀστερώσει,
γιὰ νᾶν τὸ βλέπουν οἱ μελλούμενοι στὶς νύχτες τους
καὶ ν’ ἀνακράζουν «βλέπεις τοῦτα τ’ ἄστρα,
»μόλις θεατά, μὲ τὰ στριμμένα σχήματα;
»Εἶναι ἡ σφραγῖδα τῆς δυστυχίας κάποιου Παπατσώνη,
»ποὺ τόσο ὑπέφερε, τότε ποὺ μάχονταν ὅλοι οἱ ἀνθρῶποι,
»χρόνια κλεισμένος στὸν περίβολο τῆς μάντρας του,
»χτυπημένος ἀπὸ βολίδα τοῦ κακοῦ.
»Τοῦ Παπατσώνη, ποὺ ἔχασε τὰ ὡραῖα του χρόνια,
»ποὺ ὅ,τι ἀγαποῦσε, τοῦ διαλύθηκε σὰν ὑδρατμός
»καὶ στοίχειωσαν οἱ ἄδειοι χῶροι γύρω του,
»οἱ ἄδειοι χῶροι τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς».
Καὶ θάρχεται κάτι λίγο σὰν φθόνος
στοὺς ἀγρυπνοῦντες τοὺς ὀνειροπόλους
βλέποντας τ’ ἄστρα μὲ τὰ στρεβλὰ σχήματα,
γιατί δὲν θὰ στοχάζονται τί πυκνωμένο
φαρμάκι κάθε ἀστέρι τῆς εἰκόνας
τόχει μορφώσει καὶ τί φούντωμα ἀνταρσίας.
Ἔτσι εἶναι ἀστόχαστες, γενιὲς μελλούμενες
καὶ θέλγονται ν’ ἀποζητᾶνε πάθη,
ποὺ δὲν τὰ ξέρουν πόσο εἶναι ἀβάσταχτα
καὶ σὲ Ἄτλαντες ἀκόμη καὶ σὲ Μαρτύρους.
Ἔτσι θαμπώνονται τὰ φτωχὰ βλέμματα
μὲ δυὸ χλωμὲς ἀχτῖδες, δυὸ φωτερά
στίγματα, ἀξιοδάκρυτη εἰσφορὰ στὴν πλησμονή
τοῦ ἐράνου ποὺ προσφέρνει τὸ βαρύ
στερέωμα.
Ὅμως ἐμένα, ὅλος τοῦτος ὁ ὄγκος
ἑνοῦ ἄστοργου στερεώματος γνώριμος εἶναι
στὰ στήθια μου ποὺ τὰ συμπίεσε καὶ τὰ συνέθλιψε
σ’ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ πικροῦ μου αἰῶνα,
κατὰ τὰ χρόνια ποὺ ἔχασα
καὶ δὲν θὰ ματαβρώ.