Βραδύνοια - Τάκης Κ. Παπατσώνης
Περαστικὰ ἀπὸ δῶ σμῆνος πουλιά
μᾶς φέραν μήνυμα βορινό, καὶ τοὺς κωφεύσαμε.
Στὴν τέφρα τους τά Ὀρτύκια ἀντιφεγγίζαν Παγετῶνες,
καὶ ὄχι μονάχα τοὺς κωφεύσαμε, μὰ καὶ τοὺς στήσαμεν ἐνέδρα
καὶ τοὺς ρίξαμε σκάγια καὶ φωτιές, γιὰ νὰ τὰ φᾶμε.
Καὶ ποιοί; Ἐμεῖς, ποῦ περιμέναμε
σὰν καὶ τί τὸ βορινὸ μήνυμα,
τυφλωθήκαμε, καὶ δίχως νὰ σκεφθοῦμε ποῦ μᾶς ἦρθε,
τοῦ ρίξαμε φωτιές, τὸ λαβώσαμε, τ’ ἀποδιώξαμε.
Περαστικὸ ἤτανε τὸ σμῆνος, δὲν σοῦ λέω,
μὰ οὔτε τὴν κούρασή του, τὸν ἀφανισμό του
δὲ ἀγαπήσαμε, δὲν σεβαστήκαμε· καὶ μιὰ καὶ λεῖψαν,
μᾶς ἦρθε τώρα ἡ συμπόνεση καὶ βάρος τῆς ψυχῆς
γιὰ τὴν ἄχαρη πράξη, γιὰ τὴ φαύλην ἐπίθεση,
καὶ ἰδού μας, ἀπομείναμε οἱ ἀνεπιτήδειοι,
οἱ βραδυκίνητοι στὸ νοῦ τῶν ἐμφανίσεων,
ἔρημοι, δίχως μήνυμα βορινό,
μὲ τὰ συνηθισμένα μας τὰ «mea culpa»
καὶ τὶς ἀνώφελες αἰτιάσεις τοῦ ἐαυτοῦ μας.
1934, Ἐκλογὴ Α'
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου