Ἡ Αὐγούλα - Λάμπρος Πορφύρας
Γιὰ πὲ στὸ χαμολούλουδο, ποὺ στὴ δροσούλα ἀνοίγει
τ’ ἄσπρα του τ’ ἄνθια, κ’ ευωδιὲς μὲ τὸν ἀγέρα σμίγει,
πές του, νὰ κλείσῃ τ’ ἄνθια του νὰ γείρῃ ἀγάλι-ἀγάλι
μὲ χίλια κρύφια ὀνείρατα νὰ κοιμηθῇ καὶ πάλι.
Πὲ στ’ ἀστεράκι ποὔμεινε χλωμὸ νὰ μᾶς φωτίσῃ,
καὶ τρέμει τρέμει νὰ σβυστῇ ποτέ του νὰ μὴ σβύσῃ·
καὶ πὲ στὰ χρυσοσύννεφα, ποὺ κρέμονται ἐκεῖ πέρα
νὰ μὴ σκορπίσουν ἄξαφνα καὶ μᾶς προφτάσῃ ἡ μέρα.
Ἄχ! μὴ μοῦ λές, καὶ ἡ μικρὴ ψυχούλα σου δὲν ξέρει,
μιὰ μέρα μὲ τὸν ἥλιο της σὰν τί μπορεῖ νὰ φέρη.
Κάλλιο ἡ ζωή μας ἄφταστη κι’ ἀνέγγιχτη ἀπ’ τὰ χρόνια
ἔτσι σ’ αὐτὸ τὸ λίγο φῶς, αὐγὴ νὰ μείνῃ αἰώνια.
1920, Σκιές
Σονέττο 11 - Κωστὴς Παλαμᾶς
Σονέττο 11 - Κωστὴς Παλαμᾶς
Γύρω στὸ ἑφτάστερο τ᾿ ἁμάξι
ἀμέτρητοι γιγάντων κόσμοι καὶ θηρίων,
ὁ Γαλαξίας, ἥλιων ὠκεανός, ὁ Ὠρίων,
τὰ Ζώδια, τοῦ Ἀπείρου τέρατα καὶ τρόμοι.
Μουγκρίζει ὁ Λέων στὴν ἐρμιὰ τῶν αἰθερίων,
κι ἡ Λύρα παίζει, καὶ σὰν τρόπαιο καὶ ἡ Κόμη
τῆς Βερενίκης δείχνεται, ρυθμοὶ καὶ νόμοι
μέσα στὸ χάος χάνονται τῶν μυστηρίων.
Καὶ μὲ τὸν Ἥλιο Κρόνος, Ἄρης, Γῆ, Ἀφροδίτη,
σέρνονται φεύγουν, τρέχουνε κυνηγημένοι
πρὸς τοῦ Ἡρακλῆ τὸ μεγαλόκοσμο μαγνήτη.
Μόνο ἡ ψυχή μου, σὰν τὸ πολικὸ τ᾿ ἀστέρι
ἀσάλευτη, ὅμως λαχταρίζοντας προσμένει.
Δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ ἔρχεται, ποῦ πάει δὲν ξέρει.
1895, Πατρίδες
Γύρω στὸ ἑφτάστερο τ᾿ ἁμάξι
ἀμέτρητοι γιγάντων κόσμοι καὶ θηρίων,
ὁ Γαλαξίας, ἥλιων ὠκεανός, ὁ Ὠρίων,
τὰ Ζώδια, τοῦ Ἀπείρου τέρατα καὶ τρόμοι.
Μουγκρίζει ὁ Λέων στὴν ἐρμιὰ τῶν αἰθερίων,
κι ἡ Λύρα παίζει, καὶ σὰν τρόπαιο καὶ ἡ Κόμη
τῆς Βερενίκης δείχνεται, ρυθμοὶ καὶ νόμοι
μέσα στὸ χάος χάνονται τῶν μυστηρίων.
Καὶ μὲ τὸν Ἥλιο Κρόνος, Ἄρης, Γῆ, Ἀφροδίτη,
σέρνονται φεύγουν, τρέχουνε κυνηγημένοι
πρὸς τοῦ Ἡρακλῆ τὸ μεγαλόκοσμο μαγνήτη.
Μόνο ἡ ψυχή μου, σὰν τὸ πολικὸ τ᾿ ἀστέρι
ἀσάλευτη, ὅμως λαχταρίζοντας προσμένει.
Δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ ἔρχεται, ποῦ πάει δὲν ξέρει.
1895, Πατρίδες
Τέταρτη Νύχτα, 62 - Κωστὴς Παλαμᾶς
Τέταρτη Νύχτα, 62 - Κωστὴς Παλαμᾶς
Μόνος. Ἐγώ; Δὲν εἶμαι μόνος, ὄχι.
Στὸ φτωχικὸ σκοταδερὸ κελλί μου
ἥρωες, ἄνθρωποι, θεοί,
σὰ φωτοσύγνεφα σαλεύουν ἀντικρύ μου...
Ταιριάζουνε μὲ ὀνείρατα σὰν τὰ ῥοδοχαράματα
στοιχειὰ ποὺ μαυροφέρνουνε· κι ἀπὸ μιὰ κόχη
κάτι σὰν ἄγγελος μὲ βλέπει κι ὅλο βλέπει με.
Μόνος. Ἐγώ; Δὲν εἶμαι μόνος. Ὄχι.
1904, Ἑκατὸ Φωνές, Ἡ Ἀσάλευτη Ζωή
Μόνος. Ἐγώ; Δὲν εἶμαι μόνος, ὄχι.
Στὸ φτωχικὸ σκοταδερὸ κελλί μου
ἥρωες, ἄνθρωποι, θεοί,
σὰ φωτοσύγνεφα σαλεύουν ἀντικρύ μου...
Ταιριάζουνε μὲ ὀνείρατα σὰν τὰ ῥοδοχαράματα
στοιχειὰ ποὺ μαυροφέρνουνε· κι ἀπὸ μιὰ κόχη
κάτι σὰν ἄγγελος μὲ βλέπει κι ὅλο βλέπει με.
Μόνος. Ἐγώ; Δὲν εἶμαι μόνος. Ὄχι.
1904, Ἑκατὸ Φωνές, Ἡ Ἀσάλευτη Ζωή
[Σὰ μιὰ σκιὰ χιμαιρικὴ] - Λάμπρος Πορφύρας
[Σὰ μιὰ σκιὰ χιμαιρικὴ] - Λάμπρος Πορφύρας
Σὰ μιὰ σκιὰ χιμαιρικὴ στῆς λίμνης τὸν καθρέφτη,
Σὰν ὅ,τι μένει μακρυνό πολύ, χαμένο, ὡραῖο,
Σὰν τὸν καπνό, ποὺ πάει ψηλά, σὰν τὴ δροσιὰ ποὺ πέφτει,
Ὤ! Σ’ ἀγαπῶ σὰν καθετὶ ποὺ σβύνεται μοιραῖο.
1920, Σκιές
Σὰ μιὰ σκιὰ χιμαιρικὴ στῆς λίμνης τὸν καθρέφτη,
Σὰν ὅ,τι μένει μακρυνό πολύ, χαμένο, ὡραῖο,
Σὰν τὸν καπνό, ποὺ πάει ψηλά, σὰν τὴ δροσιὰ ποὺ πέφτει,
Ὤ! Σ’ ἀγαπῶ σὰν καθετὶ ποὺ σβύνεται μοιραῖο.
1920, Σκιές
[Τὸ δέντρο ξεφυλλίζει] - Ἰωάννης Πολέμης
[Τὸ δέντρο ξεφυλλίζει] - Ἰωάννης Πολέμης
Τὸ δέντρο ξεφυλλίζει. Εἶχε ἀγκαλιάσει
τὴν ἄνοιξη μὲ διψασμένα κλώνια
καὶ στὸ βαθύ του κόρφο εἶχαν φωλιάσει
ζευγαρωτὰ πουλιὰ κι᾿ ἄγρυπν᾿ ἀηδόνια.
Μὲ τὴν κορφὴ ψηλά, σε ὁλόρθη στάση
χαιρέτησε στερνὰ τὰ χελιδόνια
ποὺ μίσεψαν· καὶ δίχως να δειλιάση
προσμένει τὰ θανάσιμα τα χιόνια.
Τὸ δέντρο ξεφυλλίζει. Ἔλα καὶ στάσου
στὸν ἴσκιο του· τά φύλλα ποὺ ἀνεμίζουν,
νὰ πέσουν ἁπαλὰ μέσ' στην ποδιά σου.
Καὶ φύλαξέ τα, ἂς εἶνε μαραμένα·
σὰν ὄνειρο πρωϊνό θὰ σοῦ θυμίζουν
μιὰν ἄνοιξη πού εὐώδιασε γιὰ σένα.
1923, Ἑσπερινός
Τὸ δέντρο ξεφυλλίζει. Εἶχε ἀγκαλιάσει
τὴν ἄνοιξη μὲ διψασμένα κλώνια
καὶ στὸ βαθύ του κόρφο εἶχαν φωλιάσει
ζευγαρωτὰ πουλιὰ κι᾿ ἄγρυπν᾿ ἀηδόνια.
Μὲ τὴν κορφὴ ψηλά, σε ὁλόρθη στάση
χαιρέτησε στερνὰ τὰ χελιδόνια
ποὺ μίσεψαν· καὶ δίχως να δειλιάση
προσμένει τὰ θανάσιμα τα χιόνια.
Τὸ δέντρο ξεφυλλίζει. Ἔλα καὶ στάσου
στὸν ἴσκιο του· τά φύλλα ποὺ ἀνεμίζουν,
νὰ πέσουν ἁπαλὰ μέσ' στην ποδιά σου.
Καὶ φύλαξέ τα, ἂς εἶνε μαραμένα·
σὰν ὄνειρο πρωϊνό θὰ σοῦ θυμίζουν
μιὰν ἄνοιξη πού εὐώδιασε γιὰ σένα.
1923, Ἑσπερινός
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός
Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός 1. Καὶ εἴδανε τὸ ξόδι σου μὲ τὴν κεροδοσιά σου. 2. Στὴ θύρα τὴν ὁλόχρυση τῆς Παντ...
-
Νεκρόδειπνος - Τάκης Σινόπουλος Δάκρυα πολλὰ μὲ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί ἤμουν ἐγώ, μιλῶντας ἔτσι μέ, χρόνια καὶ χρόνια ζωντανεύο...
-
Ἑλένη - Γιῶργος Σεφέρης ΤΕΥΚΡΟΣ ... ές γῆν ἐναλίαν Κύπρον οὗ μ' ἐθέσπισεν οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικ...
-
Dulce et Decorum Est - Wilfred Owen Bent double, like old beggars under sacks, Knock-kneed, coughing like hags, we cursed through sludge, T...