Ἄv εἶσαι ἀπ’ τοὺς ἀληθινὰ ἐκλεκτοὺς
τὴν ἐπικράτησί σου κύτταζε πῶς ἀποκτᾶς.
Ὅσο κι ἂν δοξασθεῖς, τὰ κατορθώματά σου
στὴν Ἰταλία καὶ στὴν Θεσσαλία
ὅσο κι ἂν διαλαλοῦν ἡ πολιτεῖες,
ὅσα ψηφίσματα τιμητικὰ
κι ἂν σ’ ἔβγαλαν στὴν Ρώμη οἱ θαυμασταί σου,
μήτε ἡ χαρά σου, μήτε ὁ θρίαμβος θὰ μείνουν,
μήτε ἀνώτερος—τί ἀνώτερος;—ἄνθρωπος θὰ αἰσθανθεῖς,
ὅταν, στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὁ Θεόδοτος σὲ φέρει
ἐπάνω σὲ σινὶ αἱματωμένο,
τοῦ ἀθλίου Πομπηΐου τὸ κεφάλι.
Καὶ μὴ ἐπαναπαύεσαι ποὺ στὴν ζωή σου
περιωρισμένη, τακτοποιημένη, καὶ πεζὴ
τέτοια θεαματικὰ καὶ φοβερὰ δὲν ἔχει.
Ἴσως αὐτὴν τὴν ὥρα εἰς κανενὸς γειτόνου σου
τὸ νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει—
ἀόρατος, ἄϋλος — ὁ Θεόδοτος
φέρνοντας τέτοιο ἕνα φρικτὸ κεφάλι.
1915, Ἀναγνωρισμένα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου