Τὸ πρῶτο σκαλί - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Τὸ πρῶτο σκαλί - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης

Εἰς τὸν Θεόκριτο παραπονιούνταν
μιὰ μέρα ὁ νέος ποιητὴς Εὐμένης.
«Τώρα δυὸ χρόνια πέρασαν ποῦ γράφω,
κ’ ἕνα εἰδύλλιο ἔκαμα μονάχα.
Τὸ μόνον ἄρτιόν μου ἔργον εἶναι.
Ἀλλοίμονον, εἲν’ ὑψηλὴ τὸ βλέπω,
πολὺ ὑψηλὴ τῆς Ποιήσεως ἡ σκάλα·
κι ἀπ’ τὸ σκαλὶ τὸ πρῶτο ἐδῶ ποῦ εἶμαι
ποτὲ δὲν θ’ ἀναιβῶ ὁ δυστυχισμένος.»
Εἶπ’ ὁ Θεόκριτος· «Αὐτὰ τὰ λόγια
ἀνάρμοστα καὶ βλασφημίες εἶναι.
Κι ἂν εἶσαι στὸ σκαλὶ τὸ πρῶτο, πρέπει
νἆσαι ὑπερήφανος κ’ εὐτυχισμένος.
Ἐδῶ ποῦ ἔφθασες λίγο δὲν εἶναι·
τόσο ποῦ ἔκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αὐτὸ ἀκόμη τὸ σκαλὶ τὸ πρῶτο
πολὺ ἀπὸ τὸν κοινὸ τὸν κόσμο ἀπέχει.
Εἰς τὸ σκαλὶ γιὰ νὰ πατήσεις τοῦτο
πρέπει μὲ τὸ δικαίωμά σου νἆσαι
πολίτης εἰς τῶν ἰδεῶν τὴν πόλι.
Καὶ δύσκολο στὴν πόλι ἐκείνην εἶναι
καὶ σπάνιο νὰ σὲ πολιτογραφήσουν.
Στὴν ἀγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
ποῦ δὲν γελᾶ κανένας τυχοδιώκτης.
Ἐδῶ ποῦ ἔφθασες, λίγο δὲν εἶναι·
τόσο ποῦ ἔκαμες, μεγάλη δόξα.»

1899, Ἀναγνωρισμένα

Στὸ πεθαμένο συρτάρι - Ἕλλη Φρεγγίδου

Στὸ πεθαμένο συρτάρι - Ἕλλη Φρεγγίδου

Στὸ πεθαμένο συρτάρι
μὴ μὲ βάλεις.

Γεμᾶτο ἀνοιχτοὺς λογαριασμούς
καὶ μισοτελειωμένες ὑποθέσεις.

Κὰρτ ποστὰλ καὶ
φωτογραφίες ὅλο νάζι
ἀπὸ κάποιους ἐπιλήσμονες ἀποστολεῖς.

Ἀκόμα κι ἂν στὰ ποιήματά σου δὲν ὑπάρχω,
σ’ ἐκεῖνο τὸ νεκροταφεῖο ἀναμνήσεων δὲ θέλω νὰ θαφτῶ.

Ἐκεῖ ἐλαφροκοιμοῦνται προσδοκίες
καὶ παιδικὰ νανουρίσματα.

Δὲν εἶναι χῶρος αὐτὸς
ποὺ ἁρμόζει
στοῦ ἔρωτά μου τὸ ζωντανὸ ἀχτινοβόλισμα.


2015, Δικαίωμα φωτός

Trouvé dans des papiers de famille - Léon-Paul Fargue

Trouvé dans des papiers de famille - Léon-Paul Fargue

J’ai tant rêvé, j’ai tant rêvé que je ne suis
plus d’ici.
Ne m’interrogez pas, ne me tourmentez pas.
Ne m’accompagnez pas sur mon calvaire.

Il ne m’est pas donné de m’expliquer les ordres.
Pas même le droit d’y songer,
il est grand temps que je me lève et que je parte.

Il a une permission de la mort, et il arrive.
Au tournant de la rue qui mène à la nuit, je l’attends.
La mer va rentrer ses dernières terrasses.
Une première lampe a soif dans les ténèbres.

Un pas sur le pavé. Son ombre le précède
et se couche sur moi, la tête sur mon cœur.
Il est là.

Toujours son chapeau rond, toujours son sac à main,
comme il était, le jour qu’il revint d’Italie.
Je ne vois pas ses yeux. Il ne me parle pas.

Je me roule vers lui comme une pierre obscure.
Je ne peux pas franchir son ombre.

Êtes-vous bien portants ? Qu’avez-vous fait depuis ?
Pourquoi n’êtes-vous pas montés ?
Tous les jours, j’allais voir et vous n’arriviez pas !

Il ne dit rien de tout cela.
Mais tout en lui dit : Souviens-toi.

La nuit sur lui s'est refermée.

-

Εὑρεθὲν εἰς τὰ χαρτιὰ τῆς οἰκογενείας - Léon-Paul Fargue
(μτφρ: ?)

Τόσο πολὺ ἔχω ὀνειρευτεῖ, τόσο ποὺ πιὰ δὲν εἶμαι
ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό.
Μὴ μὲ ῥωτᾶτε, μὴ μὲ βασανίζετε.
Στὸ Γολγοθᾶ μου μὴ μὲ συνοδεύετε.

Νὰ ἐξηγήσω τὶς διαταγές μου ἀπαγορεύεται.
Δὲν ἔχω κἂν δικαίωμα νὰ τὶς συλλογιστῶ.
Εἶναι καιρός, πολὺς καιρός, ὅπου σηκώνομαι καὶ ξεκινάω.

Ἐπῆρε ἄδεια ἀπ’ τὸ θάνατο, καὶ φτάνει.
Στοῦ δρόμου τὴ στροφὴ ποὺ φέρνει πρὸς τὴ νύχτα, τον προσμένω.
Ἡ θάλασσα ἀπὸ τὰ στερνά της δώματα τραβιέται.
Διψάει μέσα στὰ σκότη ἡ πρώτη λάμπα.

Βήματα στὸ λιθόστρωτο. Μπροστὰ πάει ἡ σκιά του
καὶ πέφτει ἀπάνω μου, μὲ τὸ κεφάλι στὴν καρδιά μου.
Ἐκεῖ ’ναί.

Πάντοτε μὲ τὸ στρογγυλὸ καπέλο του, πάντοτε μὲ τὴ σάκα του στὸ χέρι,
ὅπως τὴ μέρα ποὺ ξανάρθε ἀπὸ τὴν Ἰταλία.
Τὰ μάτια του δὲ βλέπω. Δὲ μιλάει.

Κυλάω ὡς αὐτὸν σὰν πέτρα σκοτεινή.
Τὸν ἴσκιο του νὰ προσπεράσω δὲ μπορῶ.

Εἶσαι καλά; Τόσον καιρὸ τί γίνηκες;

Γιατί δὲν ἦρθες;
Ὅλες τὶς μέρες κοίταζα καὶ σὺ δὲν ἐφαινόσουν!

Δὲ λέει τίποτε γι’ αὐτά.
Μὰ ὅλα τοῦ λέν: θυμήσου.

Ἡ νύχτα ἀπάνω του ξανάκλεισε.


1928, Banalité

[you said Is] - E. E. Cummings

[you said Is] - E. E. Cummings

you said Is
there anything which
is dead or alive more beautiful
than my body,to have in your fingers
(trembling ever so little)?
                                           Looking into
your eyes Nothing,i said,except the
air of spring smelling of never and forever.

....and through the lattice which moved as
if a hand is touched by a
hand(which
moved as though
fingers touch a girl's
breast,
lightly)
            Do you believe in always,the wind
said to the rain
I am too busy with
my flowers to believe,the rain answered


1920, Poems from The Dial Papers

Ἡ γιαγιά μου ἡ Ὀρντού - Κωστὴς Μοσκώφ

Ἡ γιαγιά μου ἡ Ὀρντού - Κωστὴς Μοσκώφ

στὸν Χρῆστο Τσολερίδη 

Καὶ ἡ Δυσδαιμόνα, ἡ ὡραία Ναυσικᾶ, τῆς ἔδωσες χρυσάνθεμα - εἶπες μοιάζουν τὰ μάτια σου- καὶ θυμόσουν τὴν Ἄλλη, τῆς Εὐπατορίγιας, τῶν Κοτυώρων- Ὀρντοῦς καὶ Καλαμαριάς... 
Τὴν ὥρα ποὺ φεύγουν τὰ Μπολσεβὶκ καὶ μπαίνουν οἱ Τσέτες σφάζοντας ὅσους δὲν προφταίναν τὰ καΐκια, στὸ λιμάνι, καὶ ἔπεσε στὴν θάλασσα κρατῶντας κατάστηθα τὸ βόλι... Καὶ τὸ νερὸ γιὰ χρόνους πολλοὺς κόκκινο... 
Καὶ Ἐκείνη ἔγινε δελφίνι τῆς Μαύρης Θάλασσας, Ἁγία Πέστροφα τοῦ Τσιάμπαση, Παναγία Σκούνα τοῦ Σοχοὺμ καὶ τῆς Σουμελᾶ, Γοργόνα κατάπλωρη στὸ Μεγάλο Καράβι... 


1987, Ποιήματα

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός 1. Καὶ εἴδανε τὸ ξόδι σου μὲ τὴν κεροδοσιά σου. 2. Στὴ θύρα τὴν ὁλόχρυση τῆς Παντ...