Σύμπτωση - Μέλπω Ἀξιώτη

Σύμπτωση - Μέλπω Ἀξιώτη

Τὴ ζωή μας περάσαμε χωρὶς νερό, χωρὶς πηγάδι στὴν αὐλή, χωρὶς κεντίσματα στὶς πουκαμίσες
ἂν καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ συνηθίζανε στὸν καιρό μας τέτοια πράματα.

Μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς μας περάσαμε μέσα στὸν καφενὲ τοῦ Βροχῆ μὲ τὸ παλιὸ ῥολόϊ σταματημένο στὶς 7
30 χρόνια
οἱ φίλοι μας τὸ συμβουλεύονταν μὲ ἅγια πίστη
τὴ σεβαστήκαμε
τόση εἰλικρίνεια.

Ἐμεῖς ἐζήσαμε μέσα στὴν πολιτεία μαζὶ μὲ τὰ ψάρια
ἐκεῖ γεννήθηκαν οἱ ἐραστές σου.

Οἱ ἄντρες λέγανε ἔργα διαρκείας
οἱ γυναῖκες γουστάρουν πολὺ τὰ παιδιὰ κι αἰφνίδια τὰ γεννοῦν ψόφια
οἱ καπετάνιοι ἀράζουνε νωρίς
γλυκὲς ἀστένειες βουβαίνουν τοὺς ἀνθρώπους
τ’ ἀντρόγενα δὲν προλαβαίνανε νὰ μεταλάβουνε
ἄγνωστοι πήγαιναν λουλούδια στοὺς τάφους
οἱ τρελοὶ ξαναβρίσκανε τὴ μνήμη τους κι ἐθυμόντανε, ἄλλος θυμότανε μιὰ μύτη ἄλλος θυμότανε τὰ φρύδια,
ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς παίρνανε βιαστικοὶ τοὺς δρόμους, γύριζαν πίσω.

Ἐμᾶς οἱ εὐκολίες συχνὰ μᾶς τρομάζανε
τόσο πολὺ μεγάλη σημασία δώκαμε στὴ ζωή ˙
μέσα στ’ ἀσβεστωμένα σπίτια πατούσαμε σὰ νά ’τανε τριαντάφυλλα
εἴχαμε πονοκέφαλο,
μὲ τὴν ἀκέρια θέλησή μας ποτὲ ὅμως δὲν τὸ παραδεχτήκαμε
νὰ μὴν ἦταν ἐξαίσια τὰ μαλλιά μας,
σὰν τρελοὶ τρέχαμε νὰ προλάβομε τὴν κοπέλα τῶ δεκατεσσάρω χρονῶ
σκίζαμε τρῦπες μουλωχτὲς στὸν τοῖχο
παραμονεύαμε τὰ παράθυρα
λαχτίζαμε ὅταν προφταίναμε τὰ φοβητσιάρικα ψωρόσκυλα πρὶν
μᾶς λαχτίσουνε,
σὰν τρελλοὶ τρέχαμε νὰ προλάβομε τὰ ψέματα,
νὰ ἀποφύγομε τὴ δυσοσμία ὅταν ἐκόπριζαν τὶς δημόσιες πλατεῖες
μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου κατὰ τὸ φθινόπωρο,
ἑτοιμαζόμαστε νὰ πεθάνουμε ἀπὸ καιρό –
τρόμο γεμᾶτοι ἐπροσπαθούσαμε νὰ μὴν ἐγκαταλείψομε τὰ ὡραιότερα κορίτσια μας ἀνύπαντρα,
ἀνεξερεύνητους τοὺς ἀνέμους
ποὺ φέρνουν τὶς καταιγίδες,
κουβαλᾶνε ψοφίμια,
πρόωρες γέννες στὶς καβουρομάνες ἀπὸ τὸ φόβο στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας,
σμίγουνε τὸν τυφλὸ μὲ τὸ ῥαβδί του,
τὴν ἔχθρητα μὲ τὴν ἀναβολή,
ἠθελημένα πλάθουν μαζὶ μὲ τὰ ἀθέλητα,
τ’ ἀλάργα γίνουνται κοντά μας
καὶ στοιχειωμένα σπίτια παραριγμένα στὸν ἀνήφορο, χρόνια χωρὶς γιατρὸ
καὶ εὐαγγέλιο, ἐκεῖνες τὶς νύχτες τοῦ χαμοῦ
διατάζουνε γιορτές.

Ναί. Πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ τὰ προλάβει ὅλα
πρὶν
φύγει
μὲ κόπο καὶ ὑπομονὴ τὸ δρόμο τῆς ζωῆς
δηλαδὴ τὸ θάνατο.
Τί δηλαδὴ παιδάκι μου, νὰ μὲ πότιζες σπάνια, ἤθελες, δύσκολη θλίψη,
νὰ μὴν ἐγνώριζες... νὰ μὴν ἤξερες –

κι ἐκεῖνο τὸ ἀνατολικὸ παράθυρο ποὺ εἴχαμε ποὺ ἤτανε καμωμένο γιὰ τὴν ἀπογεματινὴ μελαγχολία τὰ βράδια
ααα! ἦταν δύσκολο πρᾶμα ἡ ἀγάπη,
ἀλλὰ ἐμεῖς... τὴν ἀγαπούσαμε –
ἐκεῖ
γριὲς παράξενες ἀσκημομοῦρες κουκουβάγιες θεόστραβες μὲ πολλὰ ζευγάρια γυαλιά
πετούσανε νά ’ρθοὺν νὰ μᾶς ξετάσουνε καὶ τί ἀπαίσια μηνύματα μᾶς φέρνανε –
ζυγώσανε λέει τὰ καράβια, ἐκεῖνα τὰ μεσάνυχτα, στὸν ταρσανά, οἱ καρένες τους καπλαντισμένες ἀπολιθωμένες γοργόνες,
γυναῖκες χρόνια τα ὑπομονέψαμε μὲ τὰ σκέλια ἀνοιχτά – ἄλλοι τὰ παραδώκανε γιὰ ἕνα χουνὶ προσδοκίες,
ἐμεῖς φράζαμε μὲ τὰ δάχτυλα τὰ αὐτιά μας δυνατά, νὰ μὴν τὰ ἰδοῦμε, νὰ μὴν ἀκούσομε
τί θὰ μᾶς λέγαν
γιὰ
τὰ βρέφη κάτω ἀπ’ τὴ βροχή
τὰ βρέφη ποὺ ὁδηγοῦνε τοὺς τυφλοὺς μὲ σοφία καὶ μὲ τόση προσοχὴ
γιὰ τὰ ἄσπρα κουρτινάκια στὰ παράθυρα, ὅταν καλύβουνε ὕπουλες ἀστένειες ἢ
μεγάλα ὁράματα
τὰ ἀτέλειωτα ἔργα
τὰ ἀτέλειωτα σπίτια τῶν ἀνθρώπω
φύγανε, πᾶνε οἱ ἄνθρωποι,
δὲ φτάσαν τὴν ἀγάπη τους,
ἀγάλματα μαρμάρινα ἀγκαλιάζοντας γλεῖφαν τὴν πίκρα ἀπὸ τὰ χέρια τους,
οἱ μουσμουλιὲς ῥίχτανε χάμω κίτρινα φύλλα τα φτινόπωρα σκεπάζοντας μὲ ὅλη τους τὴν ἐξάντληση τὴ γῆ
ἐμεῖς ὅλο καὶ φράζαμε μὲ τὰ δάχτυλα τὰ μάτια μας νὰ μὴν τὰ ἰδοῦμε, νὰ μὴν ἀκούσομε
χτύπους ποὺ ἀνοίγανε τοὺς λάκκους νὰ κατεβοῦνε οἱ φίλοι μας,
ἥλιοι κατάντησαν φεγγάρια,
χτίρια τρομαχτικὰ τὰ ξημερώματα μὲ τὴ βροχὴ σὰ μαδημένες κλῶσες ἀπὸ τὴν ἀγωνία,
τὴν ἐπιθυμία τους,
χτίρια ψηλὰ ὣς τὸν οὐρανὸ σὰν τὴν ἀγάπη, ποὺ παράδωκεν ὅλη της τὴ ζωὴ καὶ τὰ ξεκρεμασμένα της βυζιά
στὸν ἴδιο ἀγαπητικό –
καὶ ἀνάμεσά μας ἦταν πάντα κάτι πράματα
σὲ τί καιροὺς ἐφτάσαμε ἀδερφέ
ἀνάμεσά μας ἦταν πάντα κάτι πράματα
ποὺ δὲν μπορούσαμε νὰ τὰ μιλήσουμε.

Κύματα μᾶς τὰ φέρνανε κύματα μᾶς τὰ παίρνανε τὰ ὄνειρά μας,
πέστε μου, σὲ ὅλα τοῦτα ἐμεῖς τί νὰ κάνομε,
ἐμεῖς εἴμαστε γυναῖκες.
Πέστε μου τί μπορούσαμε ἐμεῖς νὰ κάνομε, κι ὅταν νομίζαμε ὅτι εἴμαστε πουλιά,
ἀλλὰ ἐμεῖς εἴμαστε γυναῖκες˙
γιὰ μᾶς τὰ χρόνια δὲν περνούσανε, ἤτανε πάντα καλοκαίρι,
δὲν ἀγοράζαμε παπούτσια γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ σοῦ ποῦμε σ’ ἀγαπῶ,
ὅταν δὲν εἴχαμε ἀληθινά – τίποτα ἐμεῖς! βγάζαμε ψεύτικα γαρύφαλλα στὸ παράθυρο
κι ἂς ἤθελε νὰ μᾶς εἶχαν ξεφυτρώσει ἀγκάθια
ὡσὰν ἀγριόγατοι ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ μεριά – τίποτα! ἐμεῖς σᾶς ἀγαπούσαμε.
Σούρουπο ἐγκαταλείπαμε τὶς κλινικὲς καὶ τὰ παιδιά μας τότε πιὰ νὰ μὴ μᾶς γνωρίζουνε,
ἐμεῖς, τί ἄλλο θέλατε ἀπὸ μᾶς
ἐμεῖς εἴμαστε γυναῖκες –
πολὺ μᾶς πικράνατε.

Συχνὰ τὸ φῦλό μας προσφέραμε σὰν πιάτο
μέσα σὲ φύλλα μουριᾶς
καὶ ὡστόσο
καθαρίζαμε μῆλο.

Ὤχ, ἀφέντη, καὶ νά ’ξερες τί μεγάλο πρᾶμα ποὺ εἶναι νὰ τά ’χεῖς ὅλα μὲς στὸ σπίτι σου˙
μᾶς τό ’μαθεν ἐμᾶς ἡ μάνα μας –
50 χρόνια θέλει ὁ ἄνθρωπος ὕστερα ἀπὸ τὴ γέννησή του
νὰ γεννηθεῖ
τώρα πηγαίνετε – μᾶς εἶπε ἡ μάνα μας˙
ἔτσι,
σὰν ἦρθε καὶ πεθάναμε, δὲν πήραμε ἄλλο τίποτα στὶς χοῦφτές μας
τὰ φιλιὰ τοῦ κόσμου.

Μὲ τόση προσοχὴ διατηρήσαμε μέσα στὸ σπίτι μας τιποτένια ἀντικείμενα ποὺ θὰ χρειάζονταν μιὰ φορὰ μόνο σὲ ὅλη τὴ ζωή,
κι αὐτὸ ἤτανε κι ἐμᾶς τὸ
κέφι μας˙
καὶ εἴχαμε πεῖ μόνο – τὶς ὑγρασίες τῆς ἄνοιξης
τώρα ποὺ βρέχει μάλιστα τόσο πολὺ συχνά,
ὅτι
νὰ μὴν τὶς περπατούσατε τόσο πολὺ γυμνοί.

Ἦταν μιὰ νύχτα τοῦ Δεκέμβρη ποὺ μᾶς ἤρθατε πίσω,
ποὺ εἴχαμε ἀνάψει τὰ κεριά,
κόσμος δὲν ἤτανε κανένας
τὰ σκολειὰ δὲν τὰ βγάλαμε
εἴμαστε ὀρφανοί,
τὸ φῶς τῆς νύχτας ἐκείνη τὴν ὥρα ὅλα τὰ θεράπεψε
καὶ ἡ ἀδερφή μας εἶπε: – Φέξε του ἀδερφὴ νὰ διαβεῖ.
Πέρασες μὲ τὰ ροῦχα σου ὑγρὰ μέσα ἀπ’ τὸ σπίτι μας ἐκεῖνο τὸ βράδυ
δὲν σὲ ἀγγίξαμε,
ὅσο ποὺ στὰ χωράφια πέρα σκύλοι γαβγίζανε ὁλομόναχοι, ἀφρίζανε τὰ κάστρα, ἕνα τραῖνο ξεκινοῦσε τὴ νύχτα κι ἐρχόνταν καταπάνω μας καὶ μᾶς διαπερνοῦσε τὴν καρδιά, στὰ βάθη τοῦ ὁρίζοντα, χωριστὰ ἀπὸ μᾶς, ἀπ’ τοὺς πολλοὺς λησμονημένος, πολὺ μακριά μας,
μὲ τέτοιο τρόπο μιὰ φορά...
τότε μᾶς ἦρθες πίσω μὲ τὸ θάνατό σου.

Κύριε τώρα
ἱλάσθητι – τὶς ἁμαρτίες μας τὶς δικές μας –
ἀπ’ ὅλα τοῦτα τί μᾶς ἔμεινε˙
γιατί βλέπετε ἐμεῖς εἴπαμε τώρα τὸ τραγούδι μας
οἱ
ἄλλοι
θὰ τὸ γυρίσουν σὲ χορό.


1939

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός 1. Καὶ εἴδανε τὸ ξόδι σου μὲ τὴν κεροδοσιά σου. 2. Στὴ θύρα τὴν ὁλόχρυση τῆς Παντ...