Ἡ ἄρνηση τῆς Ἰφιγένειας - Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ῥούκ

Ἡ ἄρνηση τῆς Ἰφιγένειας - Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ῥούκ

Ἀχνοφαίνονται τὰ πλεούμενα, Ἰφιγένεια.
Λιβάνι στρώθηκαν τὰ σκαλοπάτια
πρὸς τὴ θάλασσα.
Τὸ βῆμα σου, τὸ φόρεμα καὶ τὰ μαλλιὰ
ἀποσταλμένοι τοῦ ἀνέμου.

Ἔρχονταν μιὰ μιὰ δυὸ δυὸ οἱ νύχτες
στὶς ῥῶγες τῶν δακτύλων σου
καὶ στὴν κορφὴ τῆς πλάτης
ἀβασίλευτος πάντα ἕνας ἥλιος.

Ἀνήμπορη νὰ μετρήσεις τοὺς ἀμπελῶνες
τὰ χωράφια καὶ τοὺς ἐλαιῶνες σου
χανόσουν σὲ καλοκαιριάτικο ὄνειρο.

Ἐκεῖ στὸ ξύλινο μπαλκόνι σου
θέριευαν τὰ γεράνια
μεγάλωναν τὰ σπιτικὰ πουλιὰ
κι ἔπαιζες τὰ δειλινὰ μὲ χαϊμάλια
καὶ ἱστορίες ἀγάπης.

Βασιλοκόρη
ξέχναγες τὰ ὡραῖα σάνταλά σου
ὅταν ὁ λιονταρογέννητος οὐρανὸς
σὲ γυναικεία του στιγμή
ἀκουμποῦσε στὰ γόνατά σου.

Ἰφιγένεια, κάθε καΐκι κι ἕνας ἄγριος Ἀπρίλης
κάθε γοργόνα πλώρης
κι ἕνα γιορτερὸ ἀκρογιάλι.

Γέροντες σοφοὶ
πρὶν ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τῶν δέντρων
γέροντες πολύξεροι
εἶχαν διηγηθεῖ —
πρὶν ἀκόμα γεννηθεῖ ἡ Ἀφροδίτη
πίσω ἀπ’ τὰ σύννεφα —
τὴν ἱστορία τῆς κοπέλας
ποὺ φιλικὴ ἦταν στοὺς ἀνέμους.
Κι ἐσύ
— μάρμαρο το φῶς
δέσμια κρατᾷ τὴν κεφαλή σου —
μίλησες στὴ θάλασσα τὴν Παναγιὰ
γλυκὰ σκυμμένη
στὸ γιό της τὸ Σεπτέμβρη
γιὰ τοὺς πολεμιστές
καὶ τὶς κακές τους σκέψεις.

Δὲν πιστεύουν οἱ πολεμιστές.
Ταῦροι εἶναι
μὲ ἥλιους ζωγραφιστοὺς στὶς πανοπλίες
καὶ τὶς κνῆμες
βαριὰ φυτεμένες στὸ χῶμα.
Δὲν πιστεύουν στοὺς καρποὺς τῆς ἀναμονῆς
στὶς θάλασσες ποὺ ἐπιστρέφουν
ὅλο καὶ πιὸ πλούσιες —
ἀναγεννιοῦνται κι οἱ βυθοί.

Χρειάζεται ὁ καιρὸς τοῦ πουλαριοῦ
τῶν ψηλῶν κάκτων
τῆς νεροφίδας

καὶ τῶν ἀστεριῶν ὣς νὰ ξαναφανοῦν.
Χρειάζεται ἡ αἰωνιότητα τῆς ἐμπιστοσύνης.

Μιλᾶνε γιὰ τὴ μάχη
τὴ θρέφουν μαζὶ μὲ τ’ ἄλογα
καὶ τὶς ἀγριοπέρδικες.
Ὅλα εἶναι ἕτοιμα λένε.
Τὰ αἰχμηρὰ ὅπλα, τὰ ἡνία
ἡ γῆ ἀνασκαμμένη γιὰ τὰ σώματα
ὁ θυμός, οἱ φωνὲς τῶν γυναικῶν.
Κι ὁ ἄνεμος;
Φάνηκαν τὰ πρῶτα δελφίνια, Ἰφιγένεια.
Τὰ πουλιὰ καὶ τὰ καράβια ἀκολουθοῦν.
Κλαρὶ λεμονανθοῦ ἄνθιζ’ ἡ καλοσύνη
στὸ περβόλι σου.
Κι ὅμως ὁ λαιμός σου προσφέρεται
ἀόρατο μονοπάτι τοῦ κακοῦ.

Θόρυβος στ’ ἀκρογιάλι.
Στὶς πλάκες τοῦ λιμανιοῦ
πατήματα ἀνδρῶν, τρεξίματα
μαντᾶτα πρόσωπα.
Ἀρνήθηκε εἶπαν.

Ἀρνήθηκε ἡ Ἰφιγένεια.
Γιὰ τὴν ἀγάπη ἔλεγε
γιὰ τὴ γλυκιὰ καρδιὰ
γιὰ εἰρηνικὲς πολίχνες
νὰ φροντίσουμε τὰ καρποφόρα
τὶς βροχὲς νὰ δεχτοῦμε στὴν ὥρα τους
γιὰ τὶς βοσκές
γιὰ τοὺς Ἀγγέλους.

Ἀρνήθηκε.

Νὰ μὴ φτάσουν οἱ πολεμιστές·
νὰ ὀμορφύνουν τὰ κάστρα
ἀπ’ τὸν κισσὸ
νὰ τρανέψουν τὰ παιδιά.
Γιὰ τὴ χαρὰ εἶπε
κι ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς.

Ἔκπληκτοι οἱ στρατιωτικοί
ἀνέβαλαν τὸν πόλεμο
καὶ τὴν Ἑλένη βρῆκαν ταπεινή
νὰ ἑτοιμάζει τὸ δεῖπνο.


1963, Λύκοι και σύννεφα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός

Εἰς τὸν θάνατον τῆς Αἰμιλίας Ροδόσταμο - Διονύσιος Σολωμός 1. Καὶ εἴδανε τὸ ξόδι σου μὲ τὴν κεροδοσιά σου. 2. Στὴ θύρα τὴν ὁλόχρυση τῆς Παντ...