Ἂς μὴ γυρίζει ὁ λογισμὸς στὰ χρόνια ἐκεῖνα πίσω.
Κάλλιο μιὰ τέτοια θύμηση γιὰ πάντα νὰ χαθῇ,
ποιός ξέρει, τώρα θἄτανε γραφτὸ νὰ σ᾿ ἀγαπήσω,
καὶ τόσο ποὺ καμμιὰ ποτὲ δὲν ἔχει ἀγαπηθῇ.
Κι ἂν ἔφυγεν ἡ νιότη σου, ποὺ θλίβεσαι γιὰ δαὔτη,
ὡς γιὰ πουλὶ ποὺ πέταξε μἄλλα μαζὶ πουλιά,
περσότερο ἀπὸ μία ἄνοιξη τὸν ἔρωτά μου ἀνάφτει
τοῦ χινοπώρου τἄγγιγμα στὰ ὡραῖα σου τὰ μαλλιά.
Κι ἀκόμα φτάνω ν᾿ ἀγαπῶ σ᾿ ἐσὲ μίαν ἄλλη εἰκόνα,
- τ᾿ ὁρκίζομαι στὰ μάτια σου ποὺ τόσο λαχταρῶ, -
τὸν ἥμερο κι ἀνέφελο καὶ τὸ γλυκὸ χειμῶνα,
ποὺ στὸ χλωμό σου πρόσωπο μία μέρα θὰ θωρῶ.
Καὶ μάθε το, τὶς μελιχρὲς λαμπράδες τοῦ Δεκέμβρη,
καὶ τὶς φεγγαροσκέπαστες τοῦ Γενναριοῦ ὀμορφιές,
μήτε στὶς τρέλλες τ᾿ Ἀπριλιοῦ κανένας θὰ τὶς εὕρῃ,
μήτε καὶ στὶς μονότονες τοῦ Μάη καλοκαιριές...
Ὧρες, 1903
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου