Νὰ μείνει - Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης
Ἡ ὥρα μιὰ τὴν νύχτα θά ’τανε,
ἢ μιάμιση.
Σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ καπηλειοῦ·
πίσω ἀπ’ τὸ ξύλινο τὸ χώρισμα.
Ἐκτὸς ἡμῶν τῶν δυὸ τὸ μαγαζὶ ὅλως διόλου ἄδειο.
Μιὰ λάμπα πετρελαίου μόλις τὸ φώτιζε.
Κοιμούντανε, στὴν πόρτα, ὁ ἀγρυπνισμένος ὑπηρέτης.
Δὲν θὰ μᾶς ἔβλεπε κανείς. Μὰ κιόλας
εἴχαμεν ἐξαφθεῖ τόσο πολύ,
ποὺ γίναμε ἀκατάλληλοι γιὰ προφυλάξεις.
Τὰ ἐνδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλὰ δὲν ἦσαν
γιατὶ ἐπύρωνε θεῖος Ἰούλιος μῆνας.
Σάρκας ἀπόλαυσις ἀνάμεσα
στὰ μισοανοιγμένα ἐνδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα — ποὺ τὸ ἴνδαλμά του
εἴκοσι ἕξι χρόνους διάβηκε· καὶ τώρα ἦλθε
νὰ μείνει μὲς στὴν ποίησιν αὐτή.
1919, Ἀναγνωρισμένα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου